Τσιπούρα, θήραμα που θεωρείται σημείο αναφοράς για τους παράκτιους φανατικούς ψαράδες της τεχνικής του casting και η χάρη της ταξιδεύει σε όλα τα μήκη και πλάτη της ελληνικής ακτογραμμής.
Για μια μάχη με μια μεγάλη του είδους, πολλοί θα διασχίσουν δεκάδες χιλιόμετρα, με στόχο να βρεθούν στον ιδανικό τσιπουρότοπο, θυσιάζοντας χρόνο και χρήμα. Ο κάθε επίδοξος ψαράς, έχει τους δικούς του τόπους, με τις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά τους.
Και πράγματι, αυτές οι δύο λέξεις αποτελούν σημαντικά κλειδιά στο ψάρεμα της χρυσοφρύδας! Ένας λόγος που μας εξιτάρει το ψάρεμά της, εκτός από τη δύναμη και την εξυπνάδα της, είναι ότι τίποτε δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο από πλευράς μας. Αυτό ως αποτέλεσμα, έρχεται να «ισχυροποιεί» ακόμα περισσότερο το μύθο της τσιπούρας. Ένα ψάρι που συνεχώς αρέσκεται στο να αλλάζει το διατροφικό της ρεπερτόριο, πάντοτε βεβαίως με τις ορέξεις του καιρού, καθώς και την ικανότητά της να μαθαίνει εύκολα.
Όλα τα προαναφερθέντα λοιπόν, έρχονται να προστεθούν στην λίστα του επίδοξου παράκτιου αλιέα και να του δημιουργήσουν ένα «γλυκό πονοκέφαλο», που στο «τέλος της γραφής», είναι αυτό που μας κρατά όλα αυτά τα χρόνια σε ετοιμότητα και μας ορκίζει πιστούς απέναντί της.
Επιτέλους, ήρθε το τρόπαιο κατά τη διάρκεια της ημέρας!
Η ανατροπή για όσων ήξερα για ένα τόπο
Ένα τελευταίο ψάρεμα, με έκανε να αναθεωρήσω ό,τι ήξερα για έναν τόπο σε σχέση με την στρατηγική που τον ψαρεύω, η οποία μου έχει αποδώσει πολύ όμορφες χρυσοφρύδες στο παρελθόν. Μα την τελευταία φορά και πιο συγκεκριμένα προς τα μέσα Οκτώβρη που οι βοριάδες είχαν κάνει έντονη την παρουσία τους, τα πράγματα έμελλαν να είναι λίγο διαφορετικά σε σχέση με τις προηγούμενες εμπειρίες μου σε εκείνον τον τόπο.
Τόσο διαφορετικά, ώστε να με κάνει πλέον να έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου δύο με τρεις εναλλακτικές, όταν πηγαίνω αποκλειστικά για τούτο το ψάρι. Ψαρευτικός μου συμπαραστάτης σε αυτό το σύντομο ταξίδι, ήταν ο Αλέξανδρος, με τον οποίο παρέα, είχαμε πραγματοποιήσει αρκετές επιτυχημένες ψαριές σε αυτήν την παραλία. Μελετώντας τον καιρό, ο οποίος αποτελεί έναν πολύ σημαντικό παράγοντα, ίσως και τον σημαντικότερο για την έκβαση του ψαρέματός μας, είδα ότι θα πνέουν έντονοι βοριάδες, που επηρεάζουν θετικά αρκετούς τόπους. Πάντοτε κρατάω μαζί μου «στοιχεία» μετά από ένα ψάρεμα, επιτυχημένο ή μη.
Ομόφωνα, αποφασίσαμε να πάρουμε στο ψάρεμά μας 2 φαραώ, 10 μανάκια και 5 μάνες, καθότι θα ψαρεύαμε τις μεσημεριανές και απογευματινές ώρες, σε ένα διαφορετικό σημείο, προτού καταλήξουμε στον τελικό προορισμό για το νυχτερινό μας ψάρεμα. Όλα έτοιμα λοιπόν, έπειτα από το απαραίτητο «cross-check» και ο χρόνος πλέον μετρούσε αντίστροφα για να βρεθούμε για μια ακόμη φορά μπροστά στο θαλασσοδαρμένο τοπίο.
Κομμάτι μάνας πάνω σε νήμα, ώστε να μην γλιστρήσει από το αγκίστρι μας.
Η ώρα του ψαρέματος
Καθ’ οδόν για το σημείο και το μυαλό μας ήταν ήδη «στημένο» στην παραλία, περιμένοντας καρτερικά το πολυπόθητο κατέβασμα. Μια στιγμή που αποτελεί ένα επιπλέον κίνητρο για την παραμονή μας στον τόπο που ψαρεύουμε, μέσα στα κρύα και το αγιάζι. Με το που φτάσαμε στην τελευταία στροφή, παρατηρήσαμε από ψηλά τον έντονο κυματισμό, γεγονός που μας ικανοποίησε ιδιαιτέρως, καθώς μέσω της λεπτομερούς «σκιαγράφησης» του καιρού, τα στοιχεία που είχαμε συλλέξει επαληθεύθηκαν. Άγρια κύματα έσκαγαν με μανία πάνω στην ακτή, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για ψάρεμα.
Το φεγγάρι «ήταν στα καλά του», πάνω στο γέμισμα, γεγονός που αποτελούσε ένα ακόμη θετικό στοιχείο. Η αρχή έγινε κατά τις 12 το μεσημέρι, με τα καλάμια να αρχίζουν να παίρνουν την θέση τους μπροστά στη θάλασσα. Λόγω του ότι ψαρεύαμε ημέρα και με γνώμονα την ιδιομορφία του βυθού, ο οποίος εκτός από το σχετικά μεγάλο βάθος είχε και ρέματα, επιλέξαμε να χρησιμοποιήσουμε μονάγκιστρες αρματωσιές, με χαρακτηριστικό όμως τα πιο λεπτά παράμαλλα, όπως 0,26 mm, σε αντίθεση με το βραδινό μας ψάρεμα, όπου μπορούσαμε να αυξήσουμε «με λιγότερους δισταγμούς» τη διάμετρο. Την ημέρα, έχοντας ως κύριο κριτήριο τη διακριτικότητα, χρησιμοποιήσαμε ό,τι πιο μειωμένο σε όγκο γινόταν, μα και σχετικό με το θαλάσσιο περιβάλλον, ώστε να μην θεωρηθεί ξένο στο μάτι της τσιπούρας. Οπότε, αυτό που μπορούσαμε να κάνουμε, ήταν να προσαρμόσουμε πάνω στη συρόμενη αρματωσιά μας δύο διαφορετικά εξαρτήματα, τα οποία έχουμε αναφέρει σε προηγούμενα άρθρα.
Πρώτον, το λεγόμενο «sissy», το οποίο πρέπει να είναι σχετικά μικρό, και αν γίνεται, διαφανές. Καλή θα ήταν και η χρήση καμουφλαρισμένου βαριδίου, αναλόγως της μορφής του πυθμένα στον οποίο ψαρεύουμε. Έτσι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσουμε να μειώσουμε την καχυποψία της τσιπούρας κατά τη διάρκεια του ημερήσιου ψαρέματος, ακόμα και εάν επικρατεί έντονος κυματισμός.
Όσον αφορά στο αγκίστρι, επειδή την ημέρα κυνηγάμε κυρίως τις μεγάλες του είδους, θα προτιμήσουμε να βάλουμε νούμερο 1/0, καθώς εκτός από τα μεγέθη ψαριών που παίζουμε, μας βοηθά καλύτερα και στη στήριξη ενός μεγαλύτερου δολώματος, όπως είναι το ολόκληρο μανάκι ή ένα μεγάλο κομμάτι φαραώ, ακόμη και πλοκάμι χταποδιού, στοχεύοντας σε ένα καλό χτύπημα.
Κομμάτι μάνας πάνω σε νήμα, ώστε να μην γλιστρήσει από το αγκίστρι μας.
Τα πρώτα δολώματα βρίσκονται ήδη στο νερό
Οι πρώτες ρίψεις είχαν ήδη πραγματοποιηθεί και οι οπτικοί ειδοποιητές πήραν θέση τους, λόγω του ότι ψαρεύαμε κόντρα στο καιρό. Το μόνο που έμενε, ήταν ένα συναρπαστικό κατέβασμα της μύτης και η μάχη μεταξύ θηρευτή και θηράματος. Η Γαλανή όμως είχε διαφορετική άποψη και έτσι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλάμια παρέμεναν ακλόνητα στην θέση τους. Πάλι έξω τα καλάμια, πάλι έλεγχος του δολώματος, ακόμη και αλλαγή αν δεν ήταν καλά στη θέση του, αλλαγές αρματωσιών με πιο μακρύ παράμαλλο, και πολλά ακόμη τέτοια, μα που όλα στο τέλος ήταν μάταια.
Γνωρίζαμε πως το σημείο αυτό και με τον συγκεκριμένο καιρό, μπορεί να δώσει καλά ψάρια, και με σκληρά δολώματα. Μα οι θεωρίες εξανεμίζονται μπροστά στην απρόβλεπτη θάλασσα και απέναντι στη τσιπούρα. Έτσι λοιπόν, σκεφτήκαμε να δοκιμάσουμε και λίγο από τον φαραώ που είχαμε, καθώς με τα τωρινά δεδομένα, τίποτε δεν πρέπει να θεωρείς σίγουρο. Αποφασίσαμε να βάλουμε σχετικά καλά κομμάτια φαραώ, και εάν πάνε τα μικρά, χαλάλι τους, πρώτη φορά θα είναι;
Ύστερα από μια μηδαμινή συγκομιδή και με μόνη σύλληψη ένα μικρό φαγκροπουλάκι το οποίο επέστρεψε στο φυσικό του περιβάλλον, πραγματοποιήσαμε μια τελευταία βολή, προτού βάλουμε ρότα σιγά-σιγά για το βραδινό μας σημείο. Μέσα στο επόμενο σαραντάλεπτο ακούστηκε ο ήχος των φρένων, που αυτομάτως σήμαινε και συναγερμό στις θέσεις μας. Ένα ακόμη δυνατό κατέβασμα, έκανε τον Αλέξη να τρέχει προς το καλάμι του και να μαζεύει τα μπόσικα που είχαν δημιουργηθεί από την τσιμπιά. Με το που πήρε την απόφαση να καρφώσει, το ψάρι βρισκόταν επάνω, και σύμφωνα με την πείρα που είχε, έκρινε πως είναι μεγάλο. Έτσι και έγινε, καθώς μετά από μια ολιγόλεπτη μάχη με τα «φρένα να δίνουν και να παίρνουν», εμφανίστηκε στην επιφάνεια της γαλανής αυτό που αναζητούσαμε.
Μια πολύ όμορφη τσιπούρα, που παρότι δεν πιάστηκε από το καλάμι μου, μου έδωσε την ίδια χαρά με αυτήν του ψαρευτικού μου συμπαραστάτη, καθώς αυτή είναι και η έννοια του ψαρέματος. Τα χρώματά της πολύ έντονα, γεγονός που μαρτυρούσε την «καθαρότητα» του ψαριού. Ήταν όντως ένα πολύ δυνατό ψάρι, που μετά την σύλληψή του σε έκανε να λες «χαλάλι τα λεφτά, το χρόνο και το κρύο που έχω φάει»… Αφότου ηρεμήσαμε, προσέξαμε πως είχε προτιμήσει τον φαραώ, γεγονός που μας έκανε να απορήσουμε. Μετά, τίποτα άλλο δεν χτύπησε και η θάλασσα μας έδωσε το «έναυσμα» να αρχίσουμε να οργανωνόμαστε για το βραδινό ψάρεμα, στο οποίο και είχαμε συγκεντρώσει τις μεγαλύτερες ελπίδες μας.
Από τη μέρα στη νύχτα
Η ώρα είχε περάσει και βρισκόμασταν ήδη στημένοι στην άλλη παραλία, με σκοπό να πραγματοποιήσουμε το νυχτερινό μας ψάρεμα. Το μέρος αυτό μπορεί να μην έχει το αντίστοιχο βάθος, αλλά ο βυθός του είναι μικτός, με αποτέλεσμα να αυξήσουμε τη διάμετρο του παράμαλλού μας γύρω στα 0,30 mm. Όσο για το κομμάτι των αρματωσιών, και γενικά στις περιπτώσεις που η παραλία βρίσκεται στο μάτι του αντίστοιχου αέρα (βοριά ή νοτιά), μειώνω το μήκος του παράμαλλου γύρω στα 80 εκ. καθότι όταν έχουμε να κάνουμε με σχετικά ρηχά νερά και έντονο κυματισμό, είναι σύνηθες το φαινόμενο να βγάζουμε μπερδεμένες τις συρόμενες μονάγκιστρες αρματωσιές.
Αριστερά: Μια πολύ απλή αρματωσιά (με σταθερό μολύβι και συρόμενο παράμαλλο), που θα λύσει τα χέρια πολλών ψαράδων, ειδικά όταν ψαρεύουμε την τσιπούρα με κόντρα καιρό. Δεξιά: Διακριτική αρματωσιά. Το παν για την επιτυχία στο ψάρεμα της τσιπούρας, ακόμη και με έντονες καιρικές συνθήκες.
Έτσι λοιπόν, το καλύτερο δυνατόν που μπορούμε να κάνουμε σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι πρώτον να μειώσουμε το μήκος του παράμαλλου και να αυξήσουμε τη διάμετρό του, αλλά και να τοποθετήσουμε και πάλι μικρό «sissy» (ή βλέπε φωτογραφία με την αρματωσιά που αντί για sissy, έχω μετατρέψει το fast clip του βαριδίου σε συρόμενο εργαλείο, με σκοπό τον περιορισμό των εξαρτημάτων πάνω στην αρματωσιά και την αποφυγή μπερδεμάτων). Όσον αφορά στις δολωσιές και με βάση όσες εμπειρίες έχουμε συλλέξει από τούτο τον τόπο, προτιμάμε να είναι μεγάλα κομμάτια φαραώ. Οι πρώτες ρίψεις έγιναν, τα σιαλούμ πήραν και αυτά με τη σειρά τους τη θέση τους και περιμέναμε πλέον μια πιο ευνοϊκή συνέχεια. Και πάλι όμως, παρότι βρισκόμασταν γύρω στις πιο αποδοτικές ώρες για το ψάρεμα της τσιπούρας, κατά τη διάρκεια της νύχτας τα καλάμια παρέμεναν … «ακλόνητα».
Δεν γνωρίζω πώς μου ήρθε έμπνευση, αλλά ως ανήσυχο πνεύμα που είμαι, αποφάσισα να αλλάξω τα άθικτα δολώματα. Με το που έριξα όλα τα καλάμια με κομμάτια μάνας και με τα μικρά μανάκια που είχαν μείνει, μετά από λίγο τα ψάρια άρχισαν να τσιμπούν σαν τρελά, χωρίς όμως κάποιο ουσιώδες αποτέλεσμα. Ναι μεν ο οπτικός ειδοποιητής καρφωνόταν στα πρώτα δαχτυλίδια, μα καθώς κάρφωνα, δεν είχα κανένα αποτέλεσμα.
Ένα εύλογο συμπέρασμα οδηγεί τη δράση
Συμπέρανα λοιπόν ότι, ή δεν τρώνε με όρεξη τα ψάρια ή έχουμε να κάνουμε με μικρότερες τσιπούρες, με αποτέλεσμα το αγκίστρι νούμερο 1/0 να τους φαίνεται αρκετά μεγάλο στο στόμα τους και να το φτύνουν. Έτσι, αποφάσισα να μικρύνω το μέγεθος των αγκιστριών μου και να φορέσω ένα νούμερο μικρότερο, δηλαδή νούμερο 1. Δεν άλλαξα τίποτα πάνω στην αρματωσιά μου, καθότι παρατηρούσα πώς μου έφερνε τσιμπιές. Συνέχισα να στηρίζω την αρχική μου ιδέα, προτιμώντας τα άσπρα και σκληρά δολώματα, όπως είναι τα μανάκια και τα φιλέτα μάνας. Η ώρα έλεγε εννιά το βράδυ και έως τις 12 που θεωρείται η καλύτερη ώρα, είχαμε πάρει 4 όμορφες τσιπούρες, οι οποίες παρά το σχετικά μικρό μέγεθός τους, σε σχέση με αυτές που είχαμε συνηθίσει σε παλαιότερα ψαρέματα, μας πρόσφεραν δυνατά τραντάγματα στα καλάμια, αλλά και «όμορφα παιχνίδια» κατά τη σύλληψή τους.
Σίγουρα δεν ήταν τα ψάρια που περιμέναμε με τόση αναμονή, εκτός της ημερήσιας, σε συνδυασμό πάντοτε με τις καλές συνθήκες που επικρατούσαν, μα και με παράγοντες θετικούς για την έκβαση του ψαρέματός μας, όπως το φεγγάρι και η τρέχουσα περίοδος. Εδώ βεβαίως, ισχύει η θεωρία «ό,τι μας δώσει η Γαλανή είναι σεβαστό». Αυτό το επισημαίνω, καθότι κατά τη διάρκεια που ψαρεύαμε, είχαμε πάρει και 2 τσιπούρες αρκετά μικρού μεγέθους, που σαφώς και αφέθηκαν πίσω, στη φυσική τους κατοικία. Από τα προαναφερθέντα λοιπόν, μπορώ να σκεφτώ ότι στον τόπο που ψαρέψαμε, ίσως ακόμη να μην «είχαν μπει» τα μεγάλα θηράματα, καθώς ο κάθε τόπος έχει τα δικά του μυστικά και μόνο αν τον ψαρέψεις αρκετές φορές υπάρχει μια πιθανότητα να τα λύσεις.
Μέσα σε όλα αυτά, έρχεται να προστεθεί και το κεφάλαιο τσιπούρα, που ανά περιόδους φέρεται διαφορετικά, και επιλέγει να τρώει και διαφορετικά! Όσο αφορά στον φαραώ εκείνη την ημέρα, δεν μας δούλεψε καθόλου, εκτός μιας καλής εξαίρεσης, και εάν δεν είχαμε προμηθευτεί μανάκια και μάνες, πολύ πιθανόν να γυρνούσαμε πίσω με άδεια τα χέρια. Ίσως τα ψάρια να μην αναζητούσαν ακόμη δολώματα με υψηλή ποσότητα πρωτεΐνης και να αρέσκονταν να χτυπάνε στα άσπρα. Αυτά λοιπόν προς στιγμήν, μέχρι την επόμενη φορά που η θάλασσα και τα παιδιά της θα μας δείξουν κάτι το διαφορετικό και θα μας φέρουν εκ νέου σε ένα «γλυκό προβληματισμό»… Εις το επανιδείν!

