Σηκιός ή Σκιος βιολογία, ανάπτυξη και ανίχνευση της ηλικίας
Ο σηκιός (επιστημονική ονομασία: Sciaena umbra) είναι ψάρι βενθοπελαγικό της οικογένειας των Σκιαινιδών (κράχτες και τύμπανα). Στη Μεσόγειο θάλασσα υπάρχουν τρία αντιπροσωπευτικά γένη (επιστημονικές ονομασίες: Argyrosomus, Sciaena, Umbrina) και πέντε διαφορετικά είδη (La Mesa κ.ά., 2008).
Τα ψάρια του είδους κατοικούν σε παράκτια ύδατα και έχουν παρατηρηθεί σε διάφορα οικοσυστήματα, όπως λιβάδια ποσειδωνίας (Posidonia oceanica) και ζωστήρα (Zostera, θαλάσσια χαμηλή βλάστηση, κοινώς «μαρούλι»), βραχώδεις ζώνες, βραχώδη υποστρώματα με προεξοχές και αυλάκια, ή και σε συνδυασμό αυτών των τύπων οικοτόπων (Harmelin κ.ά., 2015). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε παράκτιες ζώνες με ευνοϊκούς οικοτόπους, η παρουσία του είδους θεωρείται ένδειξη υψηλής περιβαλλοντικής ποιότητας και πλούσιου πληθυσμού ψαριών, ακριβώς όπως και του ροφού. Ο σηκιός κατανέμεται από τον ανατολικό Ατλαντικό (από τη Μάγχη ως τη Σενεγάλη, συμπεριλαμβανομένων των Καναρίων Νήσων) μέχρι τη λεκάνη της Μεσογείου, τη Μαύρη Θάλασσα και τη Θάλασσα του Αζόφ, με μεγαλύτερη αφθονία στις νότιες και ανατολικές περιοχές (Grau κ.ά., 2009). Πιο συγκεκριμένα, αφθονία ψαριών του είδους υπάρχει μόνο στις νοτιοδυτικές περιοχές της Μεσογείου (La Mesa κ.ά., 2008).
Δραστηριότητα
Ο σηκιός έχει περίοδο ανάπαυσης την ημέρα, ενώ παρουσιάζει δραστηριότητα αναζήτησης τροφής τη νύχτα. Γενικά, κατά τη διάρκεια της ημέρας τα ψάρια κολυμπούν ήσυχα σε μικρά κοπάδια, κοντά σε βραχώδη καταφύγια ή λιβάδια ποσειδωνίας, ενώ τη νύχτα διασκορπίζονται, πιθανά σε κοντινές περιοχές. Αν και η τάση του είδους να παραμένει πιστό στην περιοχή του κατά τη διάρκεια της ημέρας, φαίνεται να επιβεβαιώνεται από υποβρύχιες παρατηρήσεις, υπάρχει έλλειψη δεδομένων σχετικά με τη νυχτερινή συμπεριφορά του και τη χωρική έκταση των νυχτερινών του κινήσεων.

Η κατανομή του σηκιού είναι εξαιρετικά αθροιστική, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες τοποθεσίες ημερήσιας ανάπαυσης, όπου τα ψάρια συγκεντρώνονται σε κοπάδια από 4–5 ως και περισσότερα από 30 άτομα (Harmelin κ.ά., 2015· La Mesa κ.ά., 2008). Χαρακτηριστικό των Σκιαινιδών είναι οι σχετικά μεγάλοι ωτόλιθοι, προσαρμοστικό γνώρισμα που σχετίζεται με τη χρήση ακουστικής επικοινωνίας και την έντονη νυχτερινή δραστηριότητα (La Mesa κ.ά., 2008). Κατά τη θερινή περίοδο (τέλη Μαΐου – Σεπτέμβριο), ο σηκιός παράγει τη νύχτα σύντομους ευρυζωνικούς παλμούς, με κύρια ενέργεια κάτω του 1 kHz.
Αυτή η περίοδος έντονων ήχων συμπίπτει με την περίοδο ωοτοκίας του είδους (Μάιος – Αύγουστος). Ως εκ τούτου, οι ήχοι αυτοί παράγονται πιθανώς με σκοπό την προσέλκυση του άλλου φύλου και τη διευκόλυνση της αναπαραγωγής, όπως έχει αποδειχτεί και για άλλες Σκιαινίδες (Picciulin κ.ά., 2012). Αυτά τα καλέσματα αποτελούνται από σειρές γρήγορων παλμών χαμηλής συχνότητας, οι οποίοι παράγονται από τη σύσπαση των «ηχητικών» μυών που περιβάλλουν την κολυμβητική κύστη των ώριμων αρσενικών ψαριών, καθώς αυτά κολυμπούν πίσω από τα θηλυκά. Ο ρυθμός παραγωγής ήχου μπορεί να μεταφέρει πληροφορίες για την κατάσταση του αρσενικού και την ετοιμότητα ωοτοκίας στα θηλυκά (Picciulin κ.ά., 2012).

Αναπαραγωγή- Ηλικά
Ο σηκιός φτάνει σε μέγιστο μήκος 75 εκατοστών και βάρος 4,7 κιλών (Engin κ.ά., 2009). Η μέγιστη εκτιμώμενη ηλικία που έχει καταγραφεί γι’ αυτό το είδος, είναι τα 31 έτη (Chater κ.ά., 2018). Από οικολογικής άποψης, ο σηκιός ανήκει στο τροφικό επίπεδο 3,8 (Froese, R. and D. Pauly, 2018. Fishbase), και καθώς μεγαλώνει, τρέφεται κυρίως με καρκινοειδή, μαζί με βενθικά ψάρια. Φαίνεται να είναι κορυφαίο αρπακτικό στην ανώτερη παράκτια ζώνη.
Πράγματι, κύρια τροφή των ψαριών του είδους καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, έχει διαπιστωθεί ότι αποτελούν τα καρκινοειδή, και συγκεκριμένα οι γαρίδες του γυαλού (επιστημονική ονομασία: Palaeman elegans) και τα ψάρια (Engin κ.ά., 2009). Επομένως, έτσι εξηγείται η νυχτερινή τροφική δραστηριότητα του σηκιού, καθώς κατά τη διάρκεια της νύχτας αναδύονται συχνότερα τα καρκινοειδή, ενώ είναι επίσης ευκολότερο για ένα σχετικά αργό θηρευτή να κυνηγήσει μικρά ψάρια. Ο σηκιός αναπαράγεται το καλοκαίρι, σχηματίζοντας συναθροίσεις ψαριών για ωοτοκία. Πράγματι η περίοδος ωοτοκίας διαρκεί από το Μάιο ως τον Αύγουστο, και κορυφώνεται το Μάιο και τον Ιούνιο (Grau κ.ά., 2009).
Η σεξουαλική ωριμότητα επιτυγχάνεται στα 25,4 εκατοστά για τα αρσενικά και τα 29,9 εκατοστά για τα θηλυκά (όταν τα ψάρια είναι περίπου 3–4 ετών). Η αναλογία φύλου ποικίλλει ανάλογα με το μέγεθος των ψαριών, με τάση για μεγαλύτερο αριθμό θηλυκών σε τάξεις υψηλότερου μεγέθους (Grau κ.ά., 2009). Όντως, τα θηλυκά αποκτούν μεγαλύτερο μέγεθος και μεγαλώνουν ελαφρώς γρηγορότερα από τα αρσενικά (La Mesa κ.ά., 2008). Ο σηκιός είναι αργά αναπτυσσόμενο και μακρόβιο είδος που παρουσιάζει μέτρια ανθεκτικότητα, με ελάχιστο χρόνο διπλασιασμού του πληθυσμού του τα 1,4–4,4 χρόνια (Froese, R. and D. Pauly, 2018. Fishbase). Πώς θα μπορούσαμε να υπολογίσουμε την πιθανή ηλικία ενός σηκιού;

Σκέψεις για την ερασιτεχνική αλιεία
Όπως φαίνεται από τις πληροφορίες στο άρθρο αυτό, το οποίο υπογράφω ως θαλάσσιος βιολόγος και ταυτόχρονα ψαράς, ο σηκιός είναι είδος αργά αναπτυσσόμενο και μακρόβιο, που παρουσιάζει μέτρια ανθεκτικότητα και γενεαλογικό κύκλο (από 1,4 σε 4,4 έτη). Το δεδομένο αυτό, σε συνδυασμό με την υψηλή πιστότητα του είδους σε συγκεκριμένες τοποθεσίες και την εξαιρετικά αθροιστική συμπεριφορά σε συγκεκριμένα μέρη ημερήσιας ανάπαυσης, καθιστά το σηκιό εξαιρετικά ευάλωτο στην υπερβολική εκμετάλλευση, κι επομένως, είδος που πρέπει να σεβόμαστε και να προστατεύουμε ως ψαράδες. Αυτό που είναι σημαντικό να γνωρίζουμε, είναι ότι το ελάχιστο βιολογικό μέγεθος, δηλαδή το μέγεθος στο οποίο το ψάρι είχε την ευκαιρία να αναπαραχθεί τουλάχιστον μία φορά, είναι τα 31–32 εκατοστά.
Το μέτρο αυτό πρέπει να τηρείται για να διασφαλιστεί το μέλλον του είδους. Βέβαια, το ψάρι αυτό πολύ σπάνια ψαρεύεται από την ακτή και από σκάφος. Αντ’ αυτού αλιεύεται και αναζητείται κυρίως από ψαροτουφεκάδες. Επομένως, οι παραπάνω συστάσεις ισχύουν για τέτοιες περιπτώσεις. Πράγματι, θα ήταν καλό να στοχεύετε σε 2, το πολύ, δείγματα την ημέρα, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ή σε ένα μόνο ψάρι κατά την αναπαραγωγική της περίοδο, που εκτείνεται από το Μάιο ως τον Αύγουστο. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο διατηρούμε την πλούσια ζωή στα σημεία μας, αλλά εξασφαλίζουμε επίσης τη διασκέδασή μας μελλοντικά. Σεβόμενοι τους λιγοστούς και απλούς αυτούς «κανόνες», όλοι μας, με τη μικρή μας συμβολή, μπορούμε να βοηθήσουμε στη διαφύλαξη των πληθυσμών αυτού του πανέμορφου ψαριού τα επόμενα χρόνια.
Βιβλιογραφία
• CHAKROUN-MARZOUK, N., KTARI, M.H. 2006. Reproduction and length-weight relationships of Pomadasys incisus (Haemulidae) from Tunis Gulf. Cybium 2003, 27(3): 211–225.
• CHATER, I., ROMDHANI-DHAHRI, A., DUFOUR, J.L., MAHE, K., CHAKROUN-MARZOUK, N. 2018. Age, growth and mortality of Sciaena umbra (Sciaenidae) in the Gulf of Tunis. Scientia Marina 82(1).
• ENGIN, S., SEYHAN, K. 2008. Age, growth, sexual maturity and food composition of Sciaena umbra in the south-eastern Black Sea, Turkey. J. Appl. Ichthyol. 25, 96–99.
• FROESE, R. & PAULY, D. 2021. Fishbase. • GRAU, A., LINDE, M., GRAU, A.M. 2009. Reproductive biology of the vulnerable species Sciaena umbra Linnaeus, 1758 (Pisces: Sciaenidae). Scientia Marina 73(1).
• HARMELIN-VIVIEN, M., COTTALORDA, J.M., DOMINICI, J.M., HARMELIN, J.G., LE DIREACH, L., RUITTON, S. 2015. Effects of reserve protection level on the vulnerable fish species Sciaena umbra and implications for fishing management and policy. Global Ecology and Conservation 3 (2015), 279–287.
• LA MESA, M., COLELLA, S., GIANNETTI, G., ARNERI, E. 2008. Age and growth of brown meagre Sciaena umbra (Sciaenidae) in the Adriatic Sea. Aquat. Living Resour. 21, 153–161.
• PICCIULIN, M., CALCAGNO, G., SEBASTIANUTTO, L., BONACITO, C., CODARIN, A., CONSTANTINE, M., FERRERO, E.A. 2013. Diagnostics of nocturnal calls of Sciaena umbra (L., fam. Sciaenidae) in a nearshore Mediterranean marine reserve. Bioacoustics, 2013, Vol. 22, No. 2, 109–120.
Κείμενο: Giovanni Bianchini Φωτό: Enrico Marino
Η παραπάνω βιβλιογραφική ανασκόπηση παραθέτει τα πιο πρόσφατα δεδομένα σχετικά με τη βιολογία, την ανάπτυξη και την ανίχνευση ηλικίας του σηκιού (επιστημονική ονομασία: Sciaena umbra), ανατρέχοντας σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Τυνησία και Τουρκία, από το 2006 ως το 2018.
