Το πιο ολοκληρωμένο περιοδικό για το ψάρεμα και το σκάφος!

Aντώνης Καλαφατάς

Casting: Χειμωνιάτικα ψαρέματα

Casting: Χειμωνιάτικα ψαρέματα

Η πιο κατάλληλη εποχή για να αναζητήσουµε τους µεγάλους σαργούς και τις αλανιάρες τσιπούρες, είναι από τις πρώτες µέρες του Οκτωβρίου και µέχρι το Φλεβάρη. Αυτήν την εποχή, σε αντίθεση µε το καλοκαίρι που τα ψάρια έτρωγαν κυρίως τις πρωινές ώρες (σαργοί), αλλάζουν συνήθειες και τρώνε µόνο το βράδυ. Οι τσιπούρες όµως, εξακολουθούν και µας επισκέπτονται και τις πρωινές και µεσηµεριανές ώρες.

Αρχές του Οκτώβρη, µαζευτήκαµε κάτι παλιόφιλοι ψαράδες σε ένα ραντεβού εξερεύνησης για ψάρια από τα παραπάνω είδη. Η επιλογή του προορισµού µου ανατέθηκε µε συνοπτικές διαδικασίες, γιατί βασικά όλοι ήθελαν να γλυτώσουν την καζούρα και να αποποιηθούν κάθε ευθύνη σε περίπτωση αψαρίας (γέλια!). Τελικά όµως, όπως κατέληξε το όλο θέµα  δεν ήταν καν δική µου η επιλογή για το σηµείο και θα καταλάβετε παρακάτω το γιατί. Αφήνοντας την πλάκα στην άκρη, συµφωνήσαµε από κοινού να ψαρέψουµε µε λίγα καλάµια και πιο πολύ µε πεταχτάρια, επειδή για να βρούµε έναν κάβο της προκοπής που θα φιλοξενούσε το ψάρεµά µας, θα διασχίζαµε «όρη και βουνά» για άλλη µία φορά.

Το σηµείο που επέλεξα είχαµε πάνω από  ένα χρόνο να το επισκεφθούµε, δίνοντας την ευκαιρία στα ψάρια να ησυχάσουν από κάτι ενοχλητικούς σαν εµάς! Ο τόπος εγγυηµένα δεν ψαρευόταν από παράκτιους ψαράδες και τα ψάρια πρέπει να είχαν χαλαρώσει ξανά και αποκτήσει και πάλι άγνοια των αγκιστριών.Κάνοντας την καθιερωµένη έρευνα σχετικά µε τα δολώµατα που «πουλάνε» στα ψάρια της περιοχής, τηλεφώνησα σ’ ένα νέο φίλο ψαρά ο οποίος ήρθε και µου µίλησε κάποια Κυριακή σε µια καφετέρια στα Αντίκυρα και έδειξε πως ήταν αρκετά ψαγµένος και διαβασµένος στο ψάρεµα που κάνω (casting). Μάλιστα, πήρα και τη γνώµη του για το µέρος που είχα επιλέξει. Φάνηκε να έχει τις αµφιβολίες του σχετικά µε τον τόπο και µου πρότεινε ένα µέρος που το είχα δει µεν από ψηλά, αλλά δεν ήξερα τον τρόπο να κατέβω εκεί για να ψαρέψω. Βασικά νόµιζα ότι δεν υπήρχε δρόµος, µα είχα κάνει λάθος, γιατί πολύ απλά δεν είχα ποτέ εντοπίσει το «πονηρό» σηµείο που έπρεπε να στρίψω. Φυσικά µιλάµε για χωµατόδροµο και είναι ευνόητο ότι µόνο ένας ντόπιος θα µπορούσε να τον γνωρίζει. Το θέµα όµως ήταν ότι το αυτοκίνητο κατέβαινε αρκετά κοντά στην θάλασσα και µόλις 300-500 µέτρα µακριά από το σηµείο που θέλαµε να ψαρέψουµε. Κάπως έτσι αποφασίσαµε να πάρουµε µαζί µας περισσότερα καλάµια….

Στην ερώτησή µου για τα δολώµατα, ο Γιάννης µου είπε να προµηθευτώ φαραώ και ακροβάτη χωρίς καν να το σκεφτεί. Μάλιστα µου είπε να µην ασχοληθώ καθόλου για την εύρεσή τους, αφού είχε κάποιον φίλο που τον προµήθευε µε δολώµατα και θα µας εξυπηρετούσε αυτός. Μόλις άκουσα το µήκος των σκουληκιών και την τιµή που κόστιζαν, πραγµατικά εντυπωσιάστηκα. Εννοείται πως δεν είχα κανένα λόγο να του φέρω αντίρρηση, οπότε πρότεινα στους υπόλοιπους της παρέας αλλαγή προορισµού και δεν είχαν καµία ένσταση να προβάλλουν. Έτσι τηλεφώνησα στον Γιάννη και η συνάντησή µας κανονίστηκε. Το ραντεβού της τριµελούς παρέας ορίστηκε στο σπίτι µου και η ψαρευτική οµάδα αποτελούνταν από εµένα, το Σπύρο, και τον Κώστα το γιατρό, που δεν πρόκειται να τον δείτε ποτέ σε φωτογραφία, γιατί απλά δεν επιθυµεί να φαίνεται σε αυτές. Η ώρα αναχώρησης ορίστηκε για τις 11.00, αλλά από τις 10 το πρωί είχε γίνει ήδη το φόρτωµα στο αυτοκίνητο του Σπύρου. Έτσι, καθ’ όλα προετοιµασµένοι, ξεκινήσαµε για το ραντεβού µας µε το Γιάννη στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, υπολογίζοντας να είµαστε εκεί σε περίπου τρεις ώρες.

Πράγµατι κατά τις 12.30 περίπου φτάσαµε στο σηµείο που µας περίµενε ο Γιάννης και αφού χαιρετηθήκαµε, αφήσαµε το Γιάννη να µας ξεναγήσει … στα εστιατόρια της περιοχής. Τελικά, καταλήξαµε σε ένα παραθαλάσσιο µε όµορφα, σπιτικά και αρκετά οικονοµικά φαγητά. Ο χρόνος µας ήταν άφθονος, γιατί είχαµε κανονίσει να είµαστε στον τόπο γύρω στις 5 το απόγευµα και αφού κάνουµε πλήρη αναγνώρισή του να αρχίσουµε το ψάρεµα κατά τις 6. Μιας και το µέρος ήταν βραχώδες, έπρεπε να έχουµε κάνει τις δοκιµές µας µε το φως της ηµέρας, γιατί τη νύχτα τα πράγµατα θα ήταν πολύ δυσκολότερα αν δε χαρτογραφούσαµε κάθε κακοτοπιά και πιθανό κίνδυνο. Οπότε µια σχετική προπόνηση µε βάδισµα πάνω στα βράχια, καθώς επίσης και το διάβασµα του βυθού  σέρνοντας πάνω του ένα σκέτο µολύβι, ήταν επιβεβληµένα.

Aπογευµατινό ψάρεµα
Φτάνοντας στο µέρος που πρότεινε ο Γιάννης, οφείλω να οµολογήσω πως δε µου γέµιζε το µάτι, αλλά δεν πρέπει ποτέ να βγάζουµε γρήγορα συµπεράσµατα. Επιλέξαµε τα σηµεία που θα ψάρευε ο καθένας, και αρχίσαµε να ετοιµάζουµε τον εξοπλισµό µας.

Ο Γιάννης θα καθόταν δεξιά, στην άκρη του κόλπου,  ο Σπύρος στη µέση, και εγώ πιο αριστερά τους. Ο δε γιατρός (Κώστας) µε τα πεταχτάρια ανά χείρας, διάλεξε ένα τόπο καµιά 300αριά µέτρα πιο αριστερά, στην άλλη άκρη του κόλπου, που όπως αποδείχτηκε ήταν και το καλύτερο σηµείο του διηµέρου.Το πρώτο καλάµι µε ένα κοµµάτι από την ουρά του φαραώ, το έστειλε µέσα ο Γιάννης γύρω στις 18.10 και δεν άργησε να έρθει το πρώτο ψάρι, αφού µόλις το βαρίδι έπιασε πάτο, ο  ειδοποιητής καρφώθηκε στον πάνω οδηγό του καλαµιού του και µε σχετική  ευκολία µια ούγενα βρέθηκε στην απόχη µας. Ο φιλικός αγώνας άρχιζε µε τον καλύτερο τρόπο.  Στο βάθος, ο Κώστας ακουγόταν να φωνάζει «θα τους τσακίσω τους σαργοπαπάδες», όπως ήταν  η δική  του ονοµασία για τους κακαρέλους, «δεν τους προλαβαίνω».

Εγώ και ο Σπύρος δεν είχαµε νιώσει ακόµα ούτε τσιµπιά στα εργαλεία µας, αλλά ο Γιάννης συνέχισε την ποιοτική του αναζήτηση µε ένα χαρακωτό σαργό µου. Τα πειράγµατα στο Σπύρο έδιναν και έπαιρναν, µέχρι που µας κόπηκε απότοµα η διάθεση, όταν το πιο κοντινό σε εµένα καλάµι του έκανε µια υποψία τσιµπιάς και αµέσως φάνηκε να κοντεύει να πέσει από τη βάση του. Μετά από λίγο, µία πανέµορφη ούγενα κοντά στο κιλό στόλιζε την απόχη του Σπύρου. Τώρα είχε έρθει η σειρά του Σπύρου να ανταποδώσει τα πειράγµατα… Όπως πήγαινε το πράγµα, το ενδιαφέρον αναµενόταν µεγάλο. Η προτίµηση των ψαριών έγερνε προς το φαραώ, αφού στον ακροβάτη δεν είχαµε πάρει τσιµπιά της προκοπής ακόµα. Ρώτησα το Γιάννη που ήταν κατάλληλος να απαντήσει µιας και ψάρευε συχνά σε αυτό το µέρος, και σαργούς. «Μπράβο σου», είπα  από µέσα µου, αλλά λυπήθηκα που δε θα είχαµε τα σχετικά ντοκουµέντα (φωτογραφίες) λόγω της άρνησής του για δηµοσιότητα.

Σε ένα από τα πεταχτάρια  που είχα ρίξει στο νερό θέλοντας να τιµήσω κάποιους από τους ανθρώπους που µε έκαναν να αγαπήσω την θάλασσα και το ψάρεµα και δε βρίσκονται πλέον ανάµεσά  µας, είδα το καρούλι να περιστρέφεται γρήγορα δυο-τρεις φορές πάνω στη βίδα που ήταν περασµένο, αλλά χωρίς τελικά να υπάρχει πάνω κάποιο ψάρι. «Καλώς τες», σκέφτηκα, καθώς µάλλον µας  είχαν επισκεφτεί τσιπούρες και ρουφούσαν το δόλωµα. ∆όλωσα  ξανά και έριξα περίπου στο ίδιο σηµείο το πεταχτάρι µου. Μόλις µάζεψα τα µπόσικα της πετονιάς, πήρα αµέσως µια ένδειξη επίσκεψης ψαριού στο πεταχτάρι µου, οπότε κάθισα από πάνω του για να προλάβω να το καρφώσω σχεδόν ακαριαία και να το πάρω έξω όσο το δυνατόν γρηγορότερα σε περίπτωση που γυρνούσε τρελά το καρούλι.

Και έτσι έγινε! Τράβηξα κοντράροντας την πετονιά και απέναντί µου είχα πλέον κάποιο ψάρι που µαχόταν δυνατά. Όµως πια εξαρτιόταν από τα δικά µου χέρια αν θα το έφερνα κοντά µου. Το γυάλισµα του ψαριού λίγο πριν την δύση του ηλίου, άστραψε στο µάτι µου καθώς έβγαινε στην επιφάνεια και σε λίγο κρατούσα στα χέρια µου µια πανέµορφη χρυσοφρύδα µε κατακόκκινα µάγουλα. «Ωραίο, καθαρό ψάρι», είπα καθώς ο Σπύρος ο φωτογράφος µας αποθανάτιζε τη στιγµή. Ταυτόχρονα ακούστηκε και ο Γιάννης να φωνάζει «φέρνω και εγώ ψάρι, ετοιµάσου να µε βγάλεις και εµένα φωτογραφία, γιατί είναι µάλλον µεγαλύτερο από αυτό του Αντώνη». Πράγµατι στην απόχη µας µπήκε µια τσιπούρα σχεδόν διπλάσια από τη δική µου,  και όλοι µας πήραµε τη χαρά, αφού όλοι µας µοιραζόµαστε τις επιτυχίες µας.

Περίπου στα δυόµιση κιλά την υπολόγιζα, «ωραίο ψάρι, της  σούβλας» τους είπα και ξεκαρδιστήκαµε στα γέλια. Αφού να φανταστείτε, όταν την κλείσαµε στο ψυγείο, χτύπαγε τόσο δυνατά  το καπάκι που το ψυγείο χοροπηδούσε στα βράχια.
Πάνω στην ώρα, να ‘σου και ο γιατρός που ήρθε να φέρει τα ψάρια του (σαργούς, σηκιούς κ.ά.) για να τα βάλουµε από τον κουβά του στο ψυγείο, γιατί αν και πλησίαζε η δύση του ηλίου, ήταν ακόµα ζέστη και τα ψάρια µπορεί να βρωµούσαν. Και ένα µυστικό που το επιβάλλει η ώρα: θα πρέπει να αφαιρούµε αµέσως τα εντόσθια των ψαριών, γλυτώνοντας από δυσάρεστες καταστάσεις.

Η ώρα των κυνηγών
Λίγο πιο πριν,  σας ανάφερα ότι δεν  τσιµπούσαν τα ψάρια στον ακροβάτη, και συνήθως τον προτιµούσαν κάποια µικρά όπως πέρκες, γύλοι κλπ. Η ώρα των κυνηγών είχε έρθει φαντάστηκα, γιατί κατά µικρά διαστήµατα -που γίνονταν όλο και πυκνότερα-, διάφορα µικρόψαρα έτρεχαν σαν τρελά για να γλυτώσουν από τη µανία τους. Την επόµενη φορά λοιπόν κάποιος από όλους µας θα µπορούσε να «σπινάρει». Εάν µας το είχε αναφέρει ο Γιάννης, ίσως να είχε πάρει κάποιος τα σχετικά εργαλεία και να έπαιζε µε τα κυνηγόψαρα. Κάτι «µικροί λούτσοι», 3κιλοι περίπου, αλώνιζαν τον τόπο κάνοντας τη θάλασσα να αφρίζει. «Ήρθε η ώρα να κάνουµε κανένα µπρέικ για κολατσιό και µπυρίτσα», είπα στα παιδιά.

Με το φαγητό πέρασε κάπως η ώρα, καταλάγιασε το κυνηγητό, και τα ψάρια που είχαµε βάλει στο µάτι θα µπορούσαν και πάλι να έρθουν στα αγκίστριά µας. Και µπορεί αυτό να µη συνέβη µε εµάς τους τρεις, αλλά ο Κώστας πάλι δούλεψε για εµάς, αφού αν και οι τσιµπιές έκοψαν για κανένα δίωρο, τα ψάρια ξεκίνησαν να  τρώνε και πάλι καλά.

Εµείς δυστυχώς δεν είχαµε σχεδόν καµιά τσιµπιά, οπότε υποθέσαµε ότι τα ψάρια τελικά χτυπούσαν µάλλον στο ξηµέρωµα και το σούρουπο σε αυτήν την περιοχή. Έτσι, αποφασίσαµε να αναζητήσουµε τη θαλπωρή των υπνόσακών µας.
Είπαµε να βάλουµε τα ξυπνητήρια των κινητών µας  κατά τις 4 τα ξηµερώµατα για το πρωινό µας ψάρεµα. ∆εν άργησε να µας πάρει ο ύπνος, αλλά οι αισθήσεις µας ήταν σε εγρήγορση καθώς είχαµε αφήσει λίγα εργαλεία να ψαρεύουν µε κάτι σκληρές δολωσιές κοντά στο κεφάλι του φαραώ, που θα ήταν δύσκολο να τις φάνε τα µικρόψαρα (ελπίζαµε να παίρναµε κάποιο καλό ψάρι). Εγώ είχα αφήσει µόνο τα δύο πεταχτάρια να ψαρεύουν, και το ένα από αυτά µου επιφύλασσε  µια ευχάριστη πρωινή  έκπληξη, κατά τις 5.30 που άρχισαν να εµφανίζονται οι πρώτες ακτίνες φωτός.

Πρωινό ψάρεµα
Αν και είχαµε σηκωθεί από τις 4 τα ξηµερώµατα, µε µια γρήγορη µατιά διαπιστώσαµε ότι όλα τα εργαλεία που υπήρχαν ριγµένα στην θάλασσα δεν είχαν πιάσει τίποτα, οπότε συµφωνήσαµε  να  επαναρυθµίσουµε τα ξυπνητήρια για να χτυπήσουν κατά τις 5 (ήταν γλυκός ο πρωινός ύπνος βλέπετε). Η έκπληξη που σας ανάφερα νωρίτερα, ήταν µία όµορφη κόκκινη σκορπίνα, η οποία µου έφτιαξε τη διάθεση και µε «κούρδισε» για τη νέα µέρα που ξεκινούσε.

Όµως, πάλι έκαναν την εµφάνισή τους τα κυνηγάρικα ψάρια. Μάλιστα είχαν έρθει  πρωί-πρωί δυο ψαράδες µε ψεύτικα ψαράκια για να τα δελεάσουν, αλλά δεν είχαν κανένα αποτέλεσµα. Αρχίσαµε να πιστεύουµε ότι µάλλον θα τελείωνε άδοξα το ψάρεµά µας, αν και δειλά-δειλά πήραµε µερικά τσιµπήµατα από µικρούς σαργούς τους οποίους επιστρέφαµε  ξανά στο νερό.

Η ώρα είχε φτάσει περίπου 11.00, και ο ήλιος είχε κάνει την παρουσία του αισθητή, ανεβάζοντας το θερµόµετρο κατακόρυφα. Τότε, µε πήρε τηλέφωνο ο Κώστας και µου είπε να πάω προς τα εκεί για να πάρω ένα δωράκι, µια συναγρίδα µου είπε, και πίστεψα ότι είχε διάθεση για αστεϊσµούς πρωί-πρωί!

Ξεκίνησα να πηγαίνω προς το µέρος του, και σε κανένα  δεκάλεπτο βρισκόµουν  κοντά του, βλέποντας ότι –πράγµα πολύ παράξενο για εκείνον- έβγαζε φωτογραφίες µε το κινητό του. Όντως είχε καταφέρει να ξεγελάσει µία υπέροχη, σχεδόν 4κιλη συναγρίδα, χρησιµοποιώντας για δόλωµα ένα ζωντανό γύλο στο καρούλι του. Ήταν φανερό πια πως είχε έρθει η ώρα να τα µαζεύουµε, µιας και του είχε   τελειώσει πλέον και το δόλωµα (αφού πρώτα είχε τσακίσει όλα τα ψάρια που είχαν βρεθεί στο διάβα του!).

Ο Κώστας ψαρεύει µόνο µε πεταχτάρια, και µάλιστα είναι κάτοχος της «χρυσής τάβλας», τίτλος που απένειµε ο ίδιος στον εαυτό του! Μαζέψαµε τα πράγµατά του και ανηφορίζοντας τα βράχια, φτάσαµε στα παιδιά που είχαν αράξει στις πολυθρόνες τους περιµένοντας κάποια ένδειξη από τα ψάρια. Μιας και δεν κινιόταν σχεδόν τίποτα, πήραµε πλέον την απόφαση να µην ταλαιπωρηθούµε άλλο. Μαζεύοντας τα καλάµια µας, το ένα καλάµι του Γιάννη έδινε δειλά σηµάδια στη µύτη του. Ξαφνικά κατέβηκε απότοµα και ακούστηκαν τα φρένα να τραγουδούν τη µελωδία της ευτυχίας! Έτσι, ο επίλογος ήταν θριαµβευτικός, αφού το ψάρεµά µας έκλεισε µε µία ακόµα τσιπούρα, γύρω στο κιλό αυτή τη φορά.

Το ψαρευτικό µας διήµερο ήταν οµολογουµένως υπέροχο και αποχωρώντας όλοι µας ελπίζαµε ότι θα επαναλάβουµε σύντοµα τη συνάντησή µας!

Tags
Casting Χειμωνιάτικα Ψαρέματα Σαργοί Τσιπούρες
Comodo SSL