Το πιο ολοκληρωμένο περιοδικό για το ψάρεμα και το σκάφος!

Νίκος Δεσποτίδης

Ψαρευτική Εξόρμηση: Τσιπούρες εν μέσω κρίσης

Ψαρευτική Εξόρμηση: Τσιπούρες εν μέσω κρίσης

Αν και είχα αποφασίσει να σπινάρω παρέα με τους φίλους μου, κάτι με έκανε την τελευταία στιγμή να ρίξω σε μια καλαμοθήκη δύο καλάμια ledgering, ένα τριποδάκι και ένα βαλιτσάκι με μερικά δεμένα μονάγκιστρα και διπλάρια, λίγα βαρίδια και  πέντε ακόμα πράγματα ανάγκης.

Στο δρόμο για τα δυτικά έκανα και μια στάση για δολώματα και ήμουν καθ’ όλα έτοιμος για το casting που τόσο μου είχε λείψει.  Αυτή η ρημάδα η κρίση μας έκανε να μετράμε τα πάντα και να απορρίπτουμε οτιδήποτε μοιάζει πολυτέλεια. Ναι, το ψάρεμα που τόσο αγαπάμε, για πολλούς από εμάς είναι πια πολυτέλεια. Πως να διανοηθείς να ξοδέψεις ένα 50ευρο για βενζίνη και δολώματα, όταν αυτά μπορεί να λείψουν από την οικογένεια και μάλιστα με μεγάλη πιθανότητα να μείνεις άψαρος; Εκεί καταντήσαμε, να σκεφτόμαστε με ποιο τρόπο θα είναι λιγότερο ανώδυνη μια αποτυχημένη εξόρμηση, όταν κάποτε όλη η διαδικασία μας συνάρπαζε, χωρίς να σκεφτόμαστε την έκβαση. Έτσι, το ρίξαμε κυρίως στο spinning και τα καλαμάρια, όπου λίγα, καλά διαλεγμένα τεχνητά, μπορούν  να μας δώσουν μερικά ωραία ψάρια ή κεφαλόποδα και αν τελικά φύγουμε άψαροι, το κακό είναι μικρότερο, γιατί ποτέ δεν πετάμε τα δολώματα μετά το τέλος της ψαρευτικής συνεδρίας και με μια καλή συντήρηση (ξέπλυμα με γλυκό νερό, αλλαγή κρίκων και σαλαγγιών, διόρθωση μικροζημιών τους στο χρώμα από δαγκώματα ή χτυπήματα σε ντόκους, βράχια, σκαλώματα στο βυθό κτλ), μπορούν να μείνουν ετοιμοπόλεμα για πολύ καιρό.

Είναι πραγματικά κατάντια να ζυγίζεις το χόμπυ -που σου χαρίζει διασκέδαση, σε βοηθά να αποδράσεις από την καθημερινότητα και τα προβλήματα, σε εκτονώνει και σε αποφορτίζει, προσφέροντάς σου ενέργεια και δύναμη να βγάλεις άλλη μια δύσκολη, γεμάτη έννοιες και ευθύνες νέα εβδομάδα-,  στην ίδια πλάστιγγα με ένα κωλοχαρτονόμισμα. Αμάν, τι είπα μόλις; Μήπως ξεστόμισα βλαστήμια; Μήπως πάνω στο άει σιχτίρ, ξέχασα πως υπάρχουν άνθρωποι χωρίς δουλειά, χωρίς φαί και ρούχα, χωρίς θέρμανση και γάλα για τα παιδιά τους, χωρίς ελπίδα για το αύριο; Έχω μήπως το δικαίωμα να μιλώ για χόμπυ και διασκέδαση,  όταν κάποιοι θα έλυναν βασικά προβλήματα βιοπορισμού τους, αξιοποιώντας το απαιτούμενο για μια ψαρευτική εξόρμηση έξοδο;

Φυσικά και καταλαβαίνω  και συμπάσχω και προσπαθώ να βοηθήσω όσο και όπως μπορώ, αν γνωρίζω ότι κάποιος έχει ανάγκες για να ζήσει την οικογένειά του. Οπωσδήποτε και πρέπει να στηρίξουμε ο ένας τον άλλον για να και μέχρι να βγούμε από την κρίση, χωρίς άλλες απώλειες, χωρίς άλλες λαβωμένες ψυχές και χαμένες ζωές. Αλλά το θέμα δεν είναι να «μπαλώσουμε» τις τρύπες μας,  το θέμα είναι να εξασφαλίσουμε μόνιμη λύση, με πραγματικό ορίζοντα για το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας. Το φλέγον ζήτημα λοιπόν, είναι τι θα κάνουμε με τα ανδρείκελα που μας εξουσιάζουν και απροκάλυπτα αμφισβητούν το δικαίωμα ενός εκατομμυρίου ανέργων-απόρων και των οικογενειών τους για καλή διατροφή, για δωρεάν σωστή παιδεία, για υγεία με σεβασμό και αγάπη στον άνθρωπο που πάσχει, για προστασία των ανήλικων και των υπερήλικων σε πόλεις ασφαλείς. Έχουν μήπως το δικαίωμα να στερούν ζωές και μετά να νίπτουν αδιάφορα τας χείρας τους, αποφαινόμενοι ότι δεν είναι εξακριβωμένο επιστημονικά πως οι αυτοκτονίες απελπισμένων, πνιγμένων από χρέη ή ντροπή ανθρώπων, οφείλονται στην κρίση; Έχουν το δικαίωμα να υποτιμούν τη νοημοσύνη μας, με παιδαριώδεις δικαιολογίες για την συγκάλυψη όσων έτρεξαν να ασφαλίσουν τις περιουσίες τους σε πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού; Πόσο μάλλον όταν αυτές δημιουργήθηκαν και γιγαντώθηκαν με τον κόπο όσων τώρα υποφέρουν καταδικασμένοι σε ανέχεια και έχυσαν τον ιδρώτα τους για να τους κάνουν μεγάλους και εύρωστους, ισχυρούς και αξιοσέβαστους. Έχουν άραγε το δικαίωμα να κόβουν μερικά από τα ήδη λίγα ευρώ που συντηρούσαν υποτυπωδώς συνταξιούχους , στήριζαν  πολύτεκνες οικογένειες ή  ανακούφιζαν μια αγροτική οικογένεια η οποία έχει βγει από την ενεργό δράση; Έχουν τέλος το δικαίωμα να δηλώνουν ξεδιάντροπα ότι «τα φάγαμε μαζί», αγνοώντας ότι αυτοί οι ίδιοι που διατείνονται πως χάριζαν δουλειές και «φαί» δεν το έκαναν από ανθρωπισμό, αλλά από υστεροβουλία και ιδιοτέλεια;
Γιατί εξαγοράζοντας την ψήφο των «ευεργετηθέντων»,  είχαν σα μοναδικό σκοπό να σώσουν τις καρέκλες που τους εξασφάλιζαν συμμετοχή σε κέντρα αποφάσεων, επιτροπές προμηθειών και δημόσια έργα με χοντρές μίζες. Σε άλλες χώρες, βουλευτές και άλλοι κοινωνικοί λειτουργοί σε καίρια πόστα, των οποίων το όνομα εμπλέκεται σε σκάνδαλα και σκοτεινές υποθέσεις, έχουν την αξιοπρέπεια να δίνουν τέρμα στη ζωή τους, πηδώντας στο κενό ή κάνοντας χαρακίρι. Φυσικά και δεν επικροτώ τέτοιες πράξεις, δε μπορώ να παραβλέψω  όμως,  ότι ακόμα και οι κλέφτες έχουν διαβαθμίσεις στις αξίες τους και κάποιοι από αυτούς δεν αντέχουν να ζήσουν ντροπιασμένοι και να βιώσουν την κοινωνική κατακραυγή και την απομόνωση.

Εδώ όμως δεν υπάρχει ίχνος ντροπής, ψήγμα αξιοπρέπειας, οι ανάλγητοι ληστές με τα κοστούμια και τους παχιούς κώλους από το ισόβιο κάθισμα στα έδρανα της Βουλής, «ποιούν την νύσσαν» ή κάνουν τον Πόντιο Πιλάτο, αδιαφορώντας για το ότι ποτέ μια ανθρώπινη ζωή δεν πρέπει να χάνεται με αίτιο τις όποιες οικονομικές αδυναμίες και δυσχέριες ή ωθούμενη από ψυχολογικά προβλήματα με ρίζες οικονομικής φύσεως. Αυτά τα ζώα που μας κυβερνούν οφείλουν να ζητήσουν συγγνώμη, να μετανιώσουν ειλικρινά, να σκεφτούν για τελευταία φορά σαν άνθρωποι και όχι σαν καταμετρητικές μηχανές χρημάτων. Να συμπονέσουν αυτόν που πεινά, δεν έχει στέγη, περίθαλψη, τα παιδιά που κινδυνεύουν να μείνουν αστοιχείωτα, στοιβαγμένα σα σαρδέλες σε μια τάξη, λόγω συνταξιοδότησης και μη αναπλήρωσης των εκπαιδευτικών θέσεων που χάθηκαν. Να νιώσουν τον πόνο που νιώθω όταν αναγκάζομαι να κινδυνολογήσω στα παιδιά μου, για να τα προειδοποιήσω πως τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο και  πιθανόν να έρθουν και πιο δύσκολα χρόνια, να τα φορτώνω με μέρος των προβλημάτων μου σε μια ηλικία που δεν πρέπει να στρεσάρονται με τέτοιου είδους έννοιες. Αν τελικά δε γίνουμε ποτάμι φουσκωμένο, που θα πνίξει τις ανήθικες σκέψεις και πράξεις τους και θα καθαίρει τη βρωμιά και τη σήψη τους, το αύριο των παιδιών μας δε θα είναι πια μόνο αμφίβολο, αλλά ανύπαρκτο. Η χώρα θα ρημάξει από τη μετανάστευση όσων αναζητήσουν απεγνωσμένα μια ευκαιρία δουλειάς σε ξένη γη, από εκείνους που θα «φύγουν» πρόωρα και άδικα σαν απόρροια της «γεννόσημης», μη δωρεάν –πια- υγείας, θα χάσει όλο το ζωογόνο, γεμάτο ελπίδα,  νέο αίμα της που θα «αρπαχτεί» έξυπνα από ξένα πανεπιστήμια και πολυεθνικές, οι οποίοι μπορούν να κρίνουν καθαρά, να αξιολογήσουν σωστά και να ανταμείψουν πλουσιοπάροχα τα καλά μυαλά και τέλος όλο και περισσότεροι άμοιροι και απελπισμένοι θα πηδούν από μπαλκόνια ή θα καταπίνουν μια κρύα κάνη για να δώσουν τέλος στο μαρτύριο της βασανιστικής καθημερινότητάς τους. Δε θα τους κάνουμε όμως τη χάρη αδέλφια μου, δε νομίζω πως αργεί  η ώρα  το ποτάμι που θα φουσκώσει…

Και λίγο ψάρεμα… Την ώρα που έφτανα στο λιμανάκι του Σαρωνικού, οι φίλοι μου μόλις είχαν καταφέρει να ρίξουν τις πρώτες αναγνωριστικές σπινιές. Βλέπετε, ένας γάμος στο παραπλήσιο εκκλησάκι και η μεγάλη συγκέντρωση καλεσμένων είχαν καθυστερήσει σημαντικά τα σχέδιά τους.  Δεν ξέρω αν το ‘παιξαν αδιάφοροι και μπήκαν στη σειρά με τις χαιρετούρες για να περάσουν το ανθρώπινο μπλόκο και να φτάσουν μπροστά στο φάρο, αλλά κάποια τρίπλα είχαν κάνει, γιατί υπήρχαν ακόμα αρκετά άτομα γύρω από το μικρό ξωκλήσι. Πριν ετοιμάσω το δικό μου σπινοκάλαμο, ο μικρός της παρέας, με τις αναρίθμητες επιλογές και υβριδικές τεχνικές του, έβγαλε έξω ένα όμορφο νεαρό λαβράκι, παίζοντας με Texas και ένα από εκείνα τα διαβολικά Bass Assassin που πολλές φορές μας είχαν κάνει μάγκες, αρματωμένα με jigοκέφαλα των 5, 7 ή 10 γραμμαρίων. Φωτογράφισα το ψάρι στις τελευταίες ακτίνες του ήλιου και βάλθηκα να αρματώνω και εγώ ένα σπινοκάλαμο. Μετά από  λίγες ριξιές, ήδη αναζητούσα κάτι πιο συναρπαστικό από τα κοκάλια που λιάνιζαν το γόνο στην επιφάνεια και άφησα το καλάμι στο πεζούλι πίσω μου για να ετοιμάσω τα δύο καλάμια ledgering. Εκεί, πάνω στο σούρουπο, ήμουν έτοιμος να ρίξω στο νερό τα διπλάρια μου, δολωμένα με ότι πιο «αναλώσιμο» είχα προμηθευτεί, ώστε αν το χάλαγαν τα λιανά δεν έτρεχε και τίποτα. Η συλλογή από αρματωσιές που είχα πάρει μαζί μου, περιείχε σχεδόν κάθε παραλλαγή σε παραμαμάδες και παράμαλλα διαφόρων μηκών και διαμέτρων και έτσι μπόρεσα εύκολα να διαλέξω το καλύτερο για την περίσταση. Δόλωσα τα πάνω αγκίστρια -δεμένα σε κοντά παράμαλλα των 25 εκ.  γιατί ο Αλέκος μου είχε σφυρίξει κάτι νέα για καλαμόγοπες- με ακροβάτη και στόλισα τα κάτω -40άρια- με αμερικάνικο, προσδοκώντας σε κάτι πιο ποιοτικό. Δεν πρόλαβα να αφήσω καλά-καλά κάτω το πρώτο καλάμι και αναγκάστηκα να αγνοήσω για μερικά δευτερόλεπτα τα τρεμουλιάσματα και τραντάγματα της κορυφής του, μέχρι να στείλω και τη δεύτερη αρματωσιά μου στο νερό. Με το που πήρα τα μπόσικα στο δεύτερο καλάμι, η πετονιά του πρώτου είχε ήδη κάνει κοιλιά, χωρίς όμως αυτό να με εμποδίζει να διακρίνω τις τσιμπιές που συνεχίζονταν ασταμάτητα. Το σήκωσα από τη βάση, αφού ήταν πια σχεδόν προφανές ότι  στην άλλη άκρη υπήρχαν δύο παράμαλα γεμάτα με ψάρια και μάλιστα από το είδος που μου είχαν ρουφιανέψει. Αν  είχα παίξει στοίχημα θα είχα κάνει τρελή μπάζα, γιατί δεν άργησα να ξεδολώσω δύο στρουμπουλές γόπες. Ξαναδόλωσα γρήγορα και έριξα, αυτή τη φορά μόνο με ακροβάτη -το δόλωμα που κυριολεκτικά τρελαίνει τις ασημούλες- και αμέσως μάζεψα το άλλο καλάμι μου με τους πιο «ευγενείς» επισκέπτες, ένα όμορφο λυθρινάκι στον ακροβάτη και ένα επιβλητικό αυλιά στο αμερικάνικο.

Συνέχισα με την ίδια τακτική και το γαϊτανάκι συνεχίστηκε με αδιάκοπο, καταιγιστικό ρυθμό : τεράστιες γόπες κι άλλοι αυλιάδες, δύο κοκάλια. Σε κάποια στιγμή, είδα δυνατό συνεχόμενο τσίμπημα και η μύτη έμεινε κάτω αρκετά λυγισμένη. «Την πατήσαμε» σκέφτηκα, «δεν το γλιτώσαμε το σκάλωμα». Η πρώτη εκτίμηση από την επαφή με τη νάυλον, επιβεβαίωνε την πρόβλεψη, αλλά με λίγη ακόμα δύναμη κάτι ξεκόλλησε από το βυθό και έκανε ένα ξεψυχισμένο, τρεμουλιαστό σπαρτάρισμα, ενώ το βάρος του πρόδιδε καλό ψάρι. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν αντίκρισα το όμορφο μελανούρι κοντά στο μισό κιλό, στολισμένο με μια τούφα από  τα φύκια που του πρόσφεραν το τελευταίο καταφύγιο της ζωής του. Για λίγο έκοψαν οι τσιμπιές και επικράτησε μια απίστευτη ηρεμία. Έβγαλα μερικές φωτογραφίες με κάποια από τα ψάρια, γιατί με την γενικευμένη, ολομέτωπη επίθεση που είχα δεχτεί,  έμοιαζε παράτολμη πολυτέλεια έως τώρα. Οι τελευταίες βάρκες είχαν πια μαζευτεί στο λιμάνι, οι επίδοξοι ψαράδες -πολυπληθείς όσο κρατούσε η μέρα-, αποθαρρύνθηκαν από τη γεμάτη υγρασία βραδιά και λούφαξαν, το νιόπαντρο ζευγάρι είχε αποσυρθεί σε κάποιο κέντρο διασκέδασης και τώρα πια τσούγκριζαν τα κρασοπότηρά τους με τους καλεσμένους τους, βολτάροντας ανάμεσα στα τραπέζια και συλλέγοντας ευχές για τη νέα, κοινή  τους ζωή. Ο Αλέκος, είχε λιανίσει τα κοκάλια, τα οποία παραδόξως ήταν ακόμα ενεργά, δύο ώρες μετά τη δύση του ήλιου. Ο μικρός είχε απομακρυνθεί για να δοκιμάσει την τύχη του λίγο πιο πέρα, ελπίζοντας ότι τα φώτα της παιδικής χαράς θα του χάριζαν κανένα καλό λαβράκι. Μάζεψα τα διπλάρια και τα αντικατέστησα με συρόμενα μονάγκιστρα, με τον κρίκο του βαριδιού να σέρνει απευθείας στη μάνα. Διάλεξα τρίλοβο 120άρι μολύβι για το ένα καλάμι και ένα ακόμα, ίδιου βάρους αλλά lift, στο δεύτερο, ώστε να επιτύχω καλύτερη βολή και να ελαχιστοποιήσω τα σκαλώματα, αφού και τα δύο σηκώνονται σχεδόν ακαριαία με τις πρώτες μανιβελιές. Στα 2άρια Aberdeen δόλωσα πολύ προσεκτικά δύο ζουμερά μανάκια και έκρυψα το αγκίστρι μέσα τους, χωρίς να τα τρυπήσω πουθενά. Το δόλωμα κινιόταν όπως και πριν, διατηρούσε το φυσικό του σχήμα και παράλληλα έκρυβε μέσα του ένα θανάσιμο όπλο, που καραδοκούσε να τιμωρήσει την κάθε παράτολμη επίθεση.

Χαζεύοντας τις κορυφές με μια ποιητική διάθεση, ίσως επειδή όση ώρα ψάρευα είχα καταφέρει να αδειάσω το νου μου από κάθε αρνητική, πεσιμιστική σκέψη, σχεδόν πετάχτηκα πάνω με το γονάτισμα του καλαμιού και το συνεχές λύσιμο των φρένων. Όμως φίλοι μου το ψάρεμα είναι σαν το ποδήλατο και το αυτοκίνητο, ποτέ δεν ξεχνιέται και αρκούν λίγες ρίψεις για να ξαναγίνει το καλάμι και πάλι προέκταση του χεριού μας. Πήρα γρήγορα την χαλαρή πετονιά πάνω στη μπομπίνα και με το πρώτο «άγγιγμα» του ψαριού, που ερχόταν να πάρει ξανά το δόλωμα για ένα νέο φευγιό, κάρφωσα και ένοιωσα μια κρυάδα… Στιγμιαία αναρωτήθηκα αν αυτή τη φορά θα νικήσω εγώ η τσιπούρα στην άλλη άκρη της πετονιάς. Ήταν ολοφάνερη η ταυτότητα του επισκέπτη μου. Δυνατά, ξερά κεφάλια στα βαθιά, τρελές πορείες αριστερά, πάλι κόντρα, πορεία δεξιά και κάπου εκεί στα μεσόνερα, έγινε αρνί και ήρθε έως την επιφάνεια χωρίς καμία διάθεση για πάλη. Όμως,  στο ξενέρισμα, σαν ένιωσε το βραδινό αγέρι πάνω της να την απειλεί, σύνορο νερού και γης, λεπτή γραμμή ανάμεσα σε ελευθερία και αιχμαλωσία, έδωσε μια τελευταία δυνατή μάχη. Μια μάχη τόσο απελπισμένα δυνατή, ώστε προς στιγμή νόμισα πως είχα χάσει επιλέγοντας λεπτά παράμαλλα. Αλλά, ως από μηχανής θεός ο Αλέκος, πάντα ετοιμοπόλεμος, την έβαλε μέσα στο δίχτυ της απόχης του, κάνοντάς με να αφήσω ένα στεναγμό ανακούφισης, ειδικά μόλις διαπίστωσα ότι το αγκίστρι είχε φύγει από το στόμα της. Όμορφο, γυαλιστερό ψάρι, με όλα τα σημάδια της γαλαζοαίματης φυλής του, με χρυσές κορώνες και ασημοποίκιλτη φορεσιά, επιβλητικές πορφυρές παρειές, καλοσχηματισμένη, δυνατή οδοντοστοιχία και στιβαρή ουρά. «Η» επιβράβευση της έμπνευσής μου της τελευταίας στιγμής, για αλλαγή προσέγγισης σε παράμαλλα και δόλωμα όταν οι τσιμπιές παρουσίασαν ύφεση. Ο Θεός ήθελε να μου δώσει χαρά, αυτό ήταν ολοφάνερο πλέον.  Λίγο αργότερα, είχα την τύχη να αποχιάσω ακόμα μία τσιπούρα, λίγο μικρότερη αυτή τη φορά. Ας μην είμαι πλεονέκτης όμως, απόψε θα έφευγα πλήρης συγκινήσεων…

Aberdeen
Τα αγκίστρια με μακρύ κοτσάνι, όπως τα Aberdeen που χρησιμοποιούσα στα μονάγκιστρα, προσφέρουν καλή παρουσίαση και συγκράτηση του δολώματος (κυρίως αυτά με τα αρπάδια στο σώμα), ενώ παράλληλα ο κορμός από σύρμα μικρής διαμέτρου και η διακριτική ακίδα δεν τρυπούν άτσαλα το δέρμα των δολωμάτων, αδειάζοντας το περιεχόμενό τους. Όμως, υπάρχουν και σε αυτά σημαντικά μειονεκτήματα, γιατί σε στόματα που υπερέχουν «συντριπτικά», όπως αυτό της τσιπούρας, το λεπτό σύρμα αποτελεί αδύναμο κρίκο μεταξύ ψαρά και ψαριού, αφού κάτω από την πίεση των πανίσχυρων σειρών από τραπεζίτες, το πολύ εξελιγμένο carbon σπάει σαν ξυλαράκι. Επίσης, η μικρή καμπύλη των Aberdeen υστερεί σημαντικά έναντι της μεγάλης νούλας των κλασσικών τσιπουράγκιστρων, τα οποία ξεπερνούν την οδοντοστοιχία και τρυπούν τη μαλακή σάρκα πίσω από τα δόντια, ενώ οι πλατιές, καλοσχηματισμένες ακίδες και τα ευμεγέθη αρπάδια τους προσφέρουν πολύ ασφαλείς, σχεδόν αλάνθαστες συλλήψεις. Η παρουσίαση παίζει όμως μεγάλο ρόλο στο πως το ψάρι θα πάρει το δόλωμα στο στόμα του. Τι εννοώ: ένα μεγάλο μονοδόλι με το μακρυκότσανο αγκίστρι μέσα του, αφήνει το δόλωμα να κινηθεί φυσικά, δεν ξενίζει το ψάρι ακόμα και αν το χτυπήσει διερευνητικά με την ουρά πριν το καταπιεί, δεν κινδυνεύει να χύσει τα υγρά του από ένα τέτοιο χτύπημα και το πιθανότερο είναι το ψάρι να το καταπιεί ολόκληρο, οδηγώντας σε σύλληψη βαθιά μέσα στον οισοφάγο ή τα σπλάχνα. Αν για κάποιο λόγο, καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει και προσπαθήσει να το φτύσει, συχνά οδηγούμαστε σε αγκιστρώματα στη συμβολή των δύο γνάθων, ή στα ελαστικά κάτω χείλη, μακριά από δόντια που καραδοκούν να μας τιμωρήσουν για την επιλογή του συγκεκριμένου υλικού και με μεγαλύτερη ασφάλεια για την επικράτησή μας έναντι του ευγενούς αντιπάλου. Αντίθετα, το κοντόχοντρο τσιπουράγκιστρο, διαθέτει σύρμα σχεδόν διπλάσιας διαμέτρου σε σχέση με το Aberdeen, πολύ πλατιά, ισχυρή ακίδα και δεν κινδυνεύει να σπάσει, αλλά διπλώνει το δόλωμα σε σχήμα U και αν το ψάρι έχει ζήσει αρκετά για να ξεπεράσει πολλές κακές στιγμές, οι εμπειρίες του σίγουρα θα το παρακινήσουν να αλλάξει δρόμο. Φυσικά, όλη αυτή η θεωρία περιττεύει όταν τα ψάρια τρώνε με όρεξη, οπότε διόλου  ξενίζονται αντικρίζοντας ένα μονοδόλι με σκολίωση, ένα κακοδολωμένο, στραβοχυμένο μανάκι, ένα προχειροδεμένο αγκίστρι με κατάμαυρο κοτσάνι και πλατιά παλέτα. Περί ορέξεως, ουδείς λόγος…

Tags
Ψάρεμα Ψαρότοποι Αφήγηση Θαλασσινές Ιστορίες Ψαρευτικές ιστορίες Τσιπούρα Ψάρεμα Τσιπούρας Αρματωσιές για τσιπούρες
Comodo SSL