Το πιο ολοκληρωμένο περιοδικό για το ψάρεμα και το σκάφος!

Στέφανος Συμεωνίδης

Βαθιά καθετή: Εξοπλισμός, δολώματα και ψαρότοποι

Βαθιά καθετή: Εξοπλισμός, δολώματα και ψαρότοποι

Οι περισσότεροι από εµάς γνωρίζουν τι σηµαίνει βαθιά καθετή, αφού όλοι σχεδόν, λίγο έως πολύ, έχουν ασχοληθεί µε το ψάρεµα των µπαλάδων ή των µουσµουλιών. Η βαθιά καθετή όµως, αν και είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε τα µουσµούλια, επιφυλάσσει πολλές ευχάριστες εκπλήξεις.

Στο άρθρο αυτό θα αναλύσουµε περισσότερο το ψάρεµα που κυµαίνεται σε βάθη από 150 µέχρι και 500 πολλές φορές µέτρα, και αφορά µουσµούλια, σκορπίνες, χριστόψαρα, βλάχους και άλλα είδη που ζούνε στα βάθη αυτά.

Εξοπλισµός
1. Καλάµι: Το καλάµι µας πρέπει να είναι κοντό και ευλύγιστο, µε µήκος από 110 µέχρι 160 cm κατηγορίας 20-30 λιµπρών. Το κοντό καλάµι βολεύει καλύτερα για να πιάσουµε την αρµατωσιά και να ανεβάσουµε τα ψάρια στο σκάφος πιο εύκολα, µε µία µικρή κίνηση. Η ευλυγισία απαιτείται για να απορροφά τους κραδασµούς και τα απότοµα τραβήγµατα των ψαριών, καθώς κατά το πλείστον χρησιµοποιούµε νήµα (που ως γνωστόν δε διαθέτει καθόλου ελαστικότητα). Επίσης µε ένα ευλύγιστο καλάµι θα αισθανόµαστε πολύ καλύτερα τα τσιµπήµατα των ψαριών.

2. Μηχανισµός-Νήµα: Ο µηχανισµός που χρησιµοποιούµε σε αυτό το είδος ψαρέµατος, πρέπει να είναι απαραίτητα ηλεκτρικός. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή προσπαθήσουµε να ψαρέψουµε µε απλό µηχανισµό ή µε πετονιά στο χέρι, µετά την πρώτη ριξιά δε θα έχουµε κουράγιο για δεύτερη. Ο ηλεκτρικός µηχανισµός που θα χρησιµοποιήσουµε θα πρέπει να είναι αρκετά ισχυρός, έτσι ώστε να µπορεί να ανεβάσει µε άνεση ένα καλό ψάρι ή µια αρµαθιά µε µουσµούλια από µεγάλο βάθος.

Επιπλέον, ο µηχανισµός επιβάλλεται να έχει µεγάλη χωρητικότητα και να είναι εξοπλισµένος µόνο µε νήµα, διαµέτρου 0,30 µε 0,50 mm. Στη βαθιά καθετή, η χρήση νήµατος είναι µονόδροµος, καθόσον εκµηδενίζεται η ελαστικότητα και µπορούµε να αντιληφθούµε τα τσιµπήµατα σε οποιοδήποτε βάθος.

3. Aρµατωσιά-Βαρίδια: Η αρµατωσιά µας αποτελείται από τη µάνα η οποία συνήθως έχει διάµετρο 0,80-1,00 mm και τα παράµαλλα µε διάµετρο 0,50 έως 0,80 mm. Το ενδεδειγµένο µήκος για τα παράµαλλα είναι από 10 µέχρι 15 εκατοστά, και ο αριθµός τους ποικίλει ανάλογα την επιθυµία µας και τη δυνατότητά µας να τα διαχειριστούµε επαρκώς. Η σύνδεση της µάνας µε το παράµαλλο γίνεται είτε µε χάντρα τρυπηµένη, ή ακόµα µε τριπλό στριφτάρι. Το στριφτάρι και η χάντρα, βοηθούν πάρα πολύ στο να µη βιρινιάζει το παράµαλλο όταν φέρνουµε το ψάρι.

Το βαρίδι που χρησιµοποιούµε είναι ανάλογο µε το βάθος που ψαρεύουµε και τα ρεύµατα που επικρατούν. Συνήθως βάρη από µισό µέχρι ένα κιλό είναι κατάλληλα για βάθη 150 µέχρι 350 µέτρα.

Αρκετά µεγάλο ρόλο στη βαθιά καθετή, παίζει και η χρήση «σπίθας» µπαλάδων ή το φωσφορούχο σωληνάκι. Αυτό τις περισσότερες φορές τοποθετείται στο στριφτάρι ή στην στριφτοπαραµάνα που χρησιµοποιούµε για να ενώσουµε το νήµα του µηχανισµού µε την αρµατωσιά µας, και βοηθά αποτελεσµατικά στην προσέλκυση ψαριών, καθόσον στα βάθη αυτά επικρατεί απόλυτο σκοτάδι και το παραµικρό φως ή αναλαµπή διεγείρει την περιέργεια των ψαριών.

ολώµατα
Υπάρχει µεγάλη πληθώρα δολωµάτων που µπορούµε να χρησιµοποιήσουµε στο ψάρεµα στα βαθιά. Από αυτά ξεχωρίζουν, σύµφωνα πάντα µε την αποδοτικότητά τους, το σαφρίδι, η γαρίδα, το καλαµάρι, η σαρδέλα, ο κολιός, καθώς και το ίδιο το µουσµούλι ή ο µπαλάς, αν µας τελειώσουν τα δολώµατά µας.

Η προετοιµασία των δολωµάτων είναι καλό να γίνεται την προηγούµενη του ψαρέµατός µας, έτσι ώστε να κερδίζουµε χρόνο στο ψάρεµα και να µην αναλίσκουµε τον µισό από αυτόν στο καθάρισµα των δολωµάτων.

Τα σαφρίδια πρέπει να τα φιλετάρουµε και να τα τοποθετούµε µέσα σε πλαστικό δοχείο, προσθέτοντας λίγο αλάτι για να είναι πιο σφικτά. Στη συνέχεια τα βάζουµε στη συντήρηση του ψυγείου µας, µέχρι την επόµενη µέρα που θα πάµε για ψάρεµα.

Τη γαρίδα µπορούµε και αυτή να την καθαρίσουµε αφαιρώντας το κέλυφος, και να την τοποθετήσουµε µέσα σε τάπερ µε λίγο αλάτι.

Αντίθετα µε τα παραπάνω, η σαρδέλα πρέπει να είναι φρέσκια για να κρατάει τη σκληρότητά της και να κόβεται σε ροδέλες την ώρα που πρέπει να δολωθεί.

Καλαµοθήκη
Πολύ σηµαντικό είναι η σωστή και σταθερή τοποθέτηση της καλαµοθήκης στην κουπαστή ή το ρέλι του σκάφους. Υπάρχουν πάρα πολλές περιπτώσεις, όπου από ένα απρόσµενο και δυνατό τράβηγµα βλάχου έσπασε η καλαµοθήκη και έφυγε µαζί µε το καλάµι στον πάτο της θάλασσας.

Παράλληλα µε τη σωστή τοποθέτηση της καλαµοθήκης, πρέπει να µη σφίγγουµε τέρµα τα φρένα του µηχανισµού, αλλά πάντα να τα χαλαρώνουµε τόσο, ώστε σε ένα απότοµο τράβηγµα του ψαριού να µη σπάσει το καλάµι, αλλά να ξετυλιχθεί το νήµα της µποµπίνας.

Βυθόµετρο-GPS
Το βασικότερο όλων, όπως και σε όλα τα είδη ψαρέµατος, είναι το βυθόµετρο σε συνδυασµό µε το GPS. Το βυθόµετρο είναι το µέσο που θα µας δείξει τα ψάρια και το GPS το εργαλείο για να βάλουµε το στίγµα, έτσι ώστε να κάτσουµε πάνω από τα ψάρια και να ξαναπάµε ακριβώς στο ίδιο σηµείο στην επόµενη ψαρευτική µας εξόρµηση. Τον τρόπο που ανιχνεύουµε και µαρκάρουµε τα ψάρια, θα τον αναλύσουµε παρακάτω.

Ανίχνευση ψαριών και τρόποι ψαρέµατος
Πριν αναφερθούµε σε οτιδήποτε άλλο, πρέπει να τονίσουµε ότι για το είδος αυτού του ψαρέµατος απαιτείται το σκάφος µας να είναι αξιόπλοο και να µας παρέχει όλα τα απαραίτητα βοηθήµατα, ώστε να αντιµετωπίσουµε µε ασφάλεια κάθε πιθανή περίπτωση κινδύνου. Με λίγα λόγια, το σκάφος επιβάλλεται να είναι εφοδιασµένο µε όλα τα απαιτούµενα σωστικά και ιδιαίτερα µε βοηθητική µηχανή, καθότι για αυτό το είδος ψαρέµατος θα πρέπει να αποµακρυνθούµε αρκετά µίλια από την ακτή, εκεί όπου υπάρχουν τα βάθη και τα ψάρια που επιδιώκουµε να πιάσουµε.

Ως γνωστό, το δυσκολότερο κοµµάτι για την επιτυχία στο ψάρεµά µας είναι να βρούµε πρώτα τα ψάρια. Αν µας έχουν δώσει σηµάδια µε µουσµούλια-µπαλάδες ή έχουµε µαρκάρει µε το GPS σηµεία όπου έχουµε πιάσει ψάρια σε προηγούµενες εξορµήσεις µας, τότε η ανεύρεσή τους καθίσταται πολύ πιο εύκολη. Σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει να ψάξουµε µόνοι µας, µε οδηγό το βυθόµετρο και το GPS.

O ναυτικός χάρτης των σύγχρονων plotters περιέχει ανάλυση του βυθού µε ισοβαθείς, που αν και δεν έχουν την επιθυµητή ακρίβεια, εντούτοις µπορούν να µας βοηθήσουν στην ανεύρεση των κοπαδιών που ψάχνουµε. Ο τρόπος λοιπόν της ανίχνευσης είναι απλός, αλλά πολλές φορές αρκετά χρονοβόρος.

Αφού φτάσουµε στο επιθυµητό βάθος όπου πιστεύουµε ότι θα βρούµε µουσµούλια, αρχίζουµε το ψάξιµο κάνοντας µε το σκάφος κινήσεις ζικ-ζακ, από τα ρηχότερα προς τα βαθύτερα νερά και αντίστροφα, έχοντας πάντα το βλέµµα µας στο βυθόµετρο και στα ισοβαθή του πλότερ.

Τα µουσµούλια και τους µπαλάδες τα βρίσκουµε συνήθως σε λασποαµµόλοφους και σε ευθείες µε λασποτραγάνα. Μόλις λοιπόν αντιληφθούµε την ύπαρξή τους στο βυθόµετρο, όπου συνήθως διακρίνονται σαν ένα σύννεφο πάνω από το βυθό, µαρκάρουµε αµέσως το µέρος µε το GPS και ετοιµαζόµαστε για ψάρεµα. Πριν συνεχίσουµε, θα πρέπει να αναφέρουµε ότι για την καλύτερη ανίχνευση και απεικόνιση των ψαριών σε αυτά τα βάθη, απαιτείται για το βυθόµετρο η χρήση µατιού 1 KW τουλάχιστον.

Όταν βρούµε τα ψάρια, οι τρόποι που µπορούµε να τα ψαρέψουµε είναι δύο. Ο πρώτος είναι να ρίξουµε άγκυρα και υπολογίζοντας τον άνεµο και τα ρεύµατα να κάτσουµε πάνω από τα ψάρια, ενώ ο δεύτερος είναι να προσπαθήσουµε να σταθούµε πάνω από το σηµείο έχοντας την µηχανή αναµµένη και να κάνουµε διάφορους ελιγµούς µέχρι η αρµατωσιά µας να φθάσει στο βυθό, µέσα στο κοπάδι των ψαριών.

Ο πρώτος τρόπος απαιτεί αρκετή εµπειρία στο να υπολογίσουµε την κατεύθυνση του ανέµου και των ρευµάτων, ώστε να ρίξουµε την άγκυρα πολύ πιο µπροστά από το σηµείο που θέλουµε να ψαρέψουµε και ο καιρός να φέρει το σκάφος ακριβώς από πάνω. Εδώ, καθότι το βάθος είναι µεγάλο (όπως και η καλούµπα που αφήνουµε στο σχοινί), υπάρχει ο κίνδυνος να αλλάξουν τα ρεύµατα ή ο άνεµος, και να βρεθούµε σε άλλο σηµείο, µακριά από τα ψάρια. Ακόµα πρέπει να τονίσουµε, ότι η χρήση δεύτερης άγκυρας για να σταθούµε καλύτερα στο σηµάδι µας δεν ενδείκνυται, λόγω του µεγάλου βάθους.

Ο δεύτερος τρόπος χρειάζεται µεγάλη δεξιοτεχνία από το χειριστή του σκάφους, ώστε να κρατήσει το σκάφος κόντρα στον καιρό και πάνω στο σηµείο µε τα ψάρια. Το αρνητικό µε αυτόν τον τρόπο είναι η µεγαλύτερη κατανάλωση καυσίµων, αφού η µηχανή πρέπει να είναι συνεχώς αναµµένη, ενώ είναι επίσης αρκετά κουραστικός, επειδή πρέπει να είσαι όλη την ώρα στο τιµόνι.

Βέβαια υπάρχει και η θετική του πλευρά, αφού µπορείς να µετακινείσαι εύκολα και να δοκιµάζεις διαφορετικά σηµεία, ώστε να βρεις το κατάλληλο µέρος, µε τα µεγαλύτερα ψάρια του κοπαδιού.

Αφού δολώσεις την αρµατωσιά σου και τη ρίξεις, τοποθετείς το καλάµι στην καλαµοθήκη και περιµένεις να πατώσει. Καλό είναι κατά το κατέβασµα να «τσιµπάµε» λίγο τα φρένα του µηχανισµού ή να ακουµπάµε τον αντίχειρα στο νήµα, ώστε να κατεβαίνει η αρµατωσιά µας ελεγχόµενα, χωρίς απότοµα ξετυλίγµατα και τινάγµατα, εξαιτίας των οποίων υπάρχει κίνδυνος να φύγουν τα δολώµατα από την αρµατωσιά µας.

Όταν φτάσει η αρµατωσιά µας στο βυθό, παίρνουµε αµέσως το καλάµι στο χέρι µας, µαζεύουµε τα µπόσικα του νήµατος και περιµένουµε να αισθανθούµε τα τσιµπήµατα των ψαριών. Μόλις αντιληφθούµε τσιµπήµατα, προσπαθούµε να καρφώσουµε τα ψάρια τραβώντας απότοµα το καλάµι προς τα πάνω. Στην περίπτωση που διαπιστώσουµε ότι το καλάµι έχει βαρύνει αρκετά, όπερ σηµαίνει ότι έχει πιαστεί κάτι µεγάλο ή η αρµατωσιά µας έχει γεµίσει από µουσµούλια, ακαριαία πατάµε το κουµπί του ηλεκτρικού µηχανισµού, για να αρχίσει το ανέβασµα. Εδώ πρέπει να τονίσουµε ότι η ταχύτητα ανέλκυσης της πετονιάς µας δεν πρέπει να είναι πολύ γρήγορη, αλλά ούτε και πολύ αργή. Η ταχύτητα ανεβάσµατος θα πρέπει να είναι ρυθµισµένη στη µεσαία σκάλα, έτσι ώστε να µη φεύγουν τα ψάρια κατά την ανέλκυση.

Στο επόµενο τεύχος, θα αναλύσουµε διάφορες τεχνικές και κόλπα που µπορούµε να χρησιµοποιήσουµε όταν αντιληφθούµε ότι στο σηµείο που ψαρεύουµε υπάρχουν και διαφορετικά ψάρια εκτός από µουσµούλια και µπαλάδες, όπως πχ. µεγάλες σκορπίνες, χριστόψαρα, βλάχοι κλπ.

Επίσης θα αναφερθούµε στον τρόπο ανίχνευσης των σηµείων του βυθού που κρατάει τα µεγαλύτερα κοµµάτια του κοπαδιού, µε το βυθόµετρο.

Tags
Ψαρότοποι Βαθιά καθετή Δολώματα για Βαθιά Καθετή Καλάμια για Βαθιά Καθετή
Comodo SSL