Το πιο ολοκληρωμένο περιοδικό για το ψάρεμα και το σκάφος!

Ηλίας Κυριακάκης

Βαθιά καθετή: «Τυχερές» για µπαλάδες και άλλα θηράματα

Απρίλιος 12, 2017

Βαθιά καθετή: «Τυχερές» για µπαλάδες και άλλα θηράματα

«Τυχερή» στην αλιευτική καθοµιλουµένη λέγεται η µπαλαδοαρµατωσιά.

Ο καιρός καλός, η θάλασσα µπονάτσα και εσύ να την βλέπεις εδώ και ένα µήνα µόνο απ’ έξω. Αιτία, το ραγισµένο καπάκι της µηχανής και η χρονοβόρα ενεργοποίηση της εγγύησης. Αρκέτος λόγος όμως για να σε καθηλώσει στη στεριά!  Έτσι, η πρόταση του φίλου µου Ηλία που ήταν σαφής και ευχάριστη, ήρθε «σαν από µηχανής Θεός». «Το Σάββατο θα φέρω το φουσκωτό µου στη µαρίνα και θα βγούµε µαζί για µπαλάδες».

Το είπε και το έκανε και στις 08.00 αναχωρούσαµε για µια µεσοπέλαγη ξέρα. Η απόσταση 14 µίλια, δεν θα το ‘λεγες και κοντά, ήταν πολλά υποσχόµενη. Είχε βάθος 550 µέτρα και γύρω της ήταν 800. Στο παρελθόν είχε δώσει µεγάλα και ποικίλα ψάρια. Με τα γκάζια του φουσκωτού «τσίτα», σε µισή ώρα ήµασταν εκεί.

Στο µεσοδιάστηµα περάσαµε έξι (ναι, έξι!) σειρές επάλληλα αφροπαράγαδα για albacore. Επιτρέπεται να τα ψαρεύουν κατά εκατοντάδες και να αφανίζουν το είδος οι επαγγελµατίες. Για τους ερασιτέχνες -σε πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία- απαγορεύτηκαν από πέρυσι. 

«Τυχερές»: Συνθήκες, εξοπλισµός, µέθοδος πόντισης
Αρχίσαµε να δολώνουµε τις καθετές µας. Είχαν δεκαπέντε αγκίστρια Νο 4 και κοντά παράµαλλα των δέκα πόντων, διαµέτρου 0,80 χιλιοστών. Η µάνα ήταν εκατονογδοντάρα και είχε µήκος περίπου πέντε µέτρα. Με συνδέσµους-στριφτάρια για να µη µπερδεύει όπως στρίβει φορτωµένη µε ψάρια. Τα δολώµατα εναλλάσσονταν. Σαβρίδι που είναι πολύ σταθερό στο αγκίστρι. Αλατισµένος από το βράδυ κολιός, που έχει πολύ περισσότερο αίµα (δυστυχώς όµως διαλύεται πολύ εύκολα).

Ένας βασιλομεδουσοφάγος

Οι φωσφορίζουσες µπίλιες απαραίτητες και για να πιάνονται µε το χέρι και να βοηθούν στο ανέβασµα της καθετής. Επιπλέον για να προσελκύουν τα ψάρια στο βυθό. Το ίδιο και το ανθεκτικό στα 500 µέτρα κόκκινο φωτάκι στο πάνω µέρος της µάνας. Τραβά επίσης τα ψάρια κοντά στην αρµατωσιά.

Ο µηχανισµός είχε ισχυρό µοτέρ και αποσπώµενη καρούλα µε χίλια µέτρα νήµα dacron κατοστάρι. Έτσι θα µπορούσαµε να ρίχνουµε στο βάθος των 550-600 µέτρων χωρίς πρόβληµα. Με την καρούλα δεµένη πάνω σε ένα κίτρινο καλαδούρι, ώστε να διακρίνεται από πολύ µακριά.

Η µέθοδος των «τυχερών» εγγυάται ψάρεµα µε αέρα µέχρι τρία µποφόρ και µε σχετικά µεγάλο θαλάσσιο κυµατισµό. Στις συνθήκες αυτές, τα καλάµια µε µηχανισµούς βαθιάς καθετής που κρατάµε στο χέρι δε µπορούν να ανταποκριθούν. Οι λόγοι πολλοί. Το σκάφος ξεσέρνει µε τον αέρα. Τα φουσκωτά δε σταθεροποιούνται εύκολα µε καιρό πάνω από ένα σηµείο. Η άγκυρα στα 600 µέτρα είναι επίπονη διαδικασία. Τέλος το νήµα των ηλεκτρικών µηχανισµών για καλάµια δεν είναι ποτέ αρκετό.

Το πλάνο µας ήταν να ρίχνουµε τρεις τυχερές, σε σηµεία που κρατούσαν µπαλάδες και δεν απείχαν περισσότερο από 400 µέτρα µεταξύ τους. Επειτα να τις µαζεύουµε µε την ίδια σειρά που τις ρίξαµε. Όταν τις πετούσαµε στη θάλασσα τις σηµαδεύαµε ως στίγµα στο GPS, το οποίο σβήναµε στη συνέχεια για να µη δηµιουργούµε «σκουπίδια» αν δεν παίρναµε ψάρια. Αν παίρναµε όµως το αποθηκεύαµε, αφού το ονοµάζαµε κατάλληλα για την επόµενη εξόρµηση.

Η διαδικασία του ανεβοκατεβάσµατος των τριών τυχερών κρατά λίγο περισσότερο από µια ώρα. Τα βαρίδια του 1,5 κιλού βοηθούν στο γρήγορο κατέβασµα και στο κράτηµα της καθετής στον τόπο, παρά τα ισχυρά ρεύµατα του βυθού. 

Ένα θράψαλο βάρους επτά κιλών!

Σηµειώνω τη συνηθισµένη διαφωνία µε το φίλο µου για τον τρόπο ανάρτησης του βαριδιού στην καθετή. Εγώ χρησιµοποιώ µια µεγάλη παραµάνα, αυτός επιµένει στην λεπτότερη πετονιά για να κόβεται σε περίπτωση σκαλώµατος του µολυβιού στο βυθό και να ανεβάζουµε µόνο την καθετή µε τα ψάρια.

∆ική µου άποψη είναι πως συνήθως το βράχωµα οφείλεται στα αγκίστρια και όχι στο βαρίδι και κάθε παρέµβαση αναγνώστη στη διαφωνία αυτή είναι ευπρόσδεκτη. Αφού λάβει φυσικά υπόψη του ότι χάσαµε ένα βαρίδι διότι έκοψε η τριαντάρα πετονιά που το συγκρατούσε, όχι στο βυθό αλλά λόγω τάσης στην επιφάνεια, και πως είχαµε δύο βραχώµατα από τα οποία ευτυχώς απωλέσαµε µόνο δύο αγκίστρια, γεγονός που δείχνει πως είχαν βραχώσει αυτά και όχι το βαρίδι.

Τα τρία πρώτα ανεβάσµατα, αλλά και τα δύο επόµενα, ήταν «κούφιες» (άδειες αρµατωσιές) και αποφασίσαµε να µετακινηθούµε σε άλλο αλιευτικό πεδίο, ένα µίλι πιο ανατολικά. 

Το «κόκκινο» ψυγείο και το «µετζίκι»
Εκεί τα πράγµατα άρχισαν να γίνονται ενδιαφέροντα. Το ψυγείο άρχισε να κοκκινίζει από το χρώµα των µπαλάδων, που είχαν µέγεθος από µισό µέχρι ένα κιλό. Η ώρα περνούσε, τα ψάρια ανέβαιναν τέσσερα ή περισσότερα µαζί και ξαφνικά ήρθε η πρώτη έκπληξη. Ένας βασιλοµεδουσοφάγος!

Οι επαγγελµατίες τα λένε «µετζίκια» και είναι τα πιο εύγευστα ψάρια που µπορεί να βρει κανείς στα µεγάλα βάθη. Γίνονται µέχρι 15 κιλά, αλλά ο δικός µας ήταν κάτι λιγότερο από δύο. Έχουν πολύ κοφτερά δόντια όπως η συναγρίδα και πολλοί συνηθίζουν να τα ψαρεύουν µε συρµάτινα παράµαλλα. Εµείς αποφεύγουµε τα συρµάτινα παράµαλλα γιατί συλλαµβάνουν σκύλους, αλλά και εξαβράγχιους καρχαρίες που είναι προστατευόµενο είδος.

Γενικά τα σκυλόψαρα κόβουν πολύ εύκολα την πετονιά και διαφεύγουν. Δεν µπορούν να κάνουν το ίδιο και µε το σύρµα. Με αποτέλεσµα την ταλαιπωρία τους και την ταλαιπωρία του ερασιτέχνη ψαρά που δεν ασχολείται µε την αλιεία καρχαριών. 

Ο χώρος στα φουσκωτά είναι περιορισµένος και η πατέντα του φίλου µου που κρεµούσε τις καθετές στο γάντζο των σχοινιών είχε αποτέλεσµα. Έκανε τη δολωσιά πιο άνετη και τα µπαλόνια του φουσκωτού λιγότερο ευπρόσβλητα από τα µεγάλα αγκίστρια (κλέφτες), που είχε στην αρχή της η καθετή.

Η συνέχεια ήταν µερικοί χάνοι των βαθέων υδάτων, µε το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώµα τους. Πολλοί τους µπερδεύουν µε τις κοκκινοσκορπίνες, µα πραγµατικά δεν υπάρχει καµία σχέση. Η σάρκα τους είναι λιγότερο εύγευστη, αλλά αν είναι µεγάλοι αποτελούν πολύ ενδιαφέρουσα γεύση, τόσο τηγανητοί σε µπόλικο λάδι, όσο και ψητοί.

Συµπεράναµε λοιπόν ότι πέσαµε σε λασπότοπο και έτσι µετακινηθήκαµε λίγο πιο ανατολικά µε τη βοήθεια του ισχυρού βυθοµέτρου. 

Τελικά, «το ‘φαγε το κεφάλι του»!
Εκεί βρήκαµε ένα επόµενο κοπάδι µπαλάδων, αλλά στο ανέβασµα του δεύτερου καρουλιού και ενώ είχαµε πάρει ήδη εκατό µέτρα νήµα, κάτι το φρέναρε αποφασιστικά. Το µηχάνηµα ζορίστηκε και η ταχύτητα ανεβάσµατος έπεσε σηµαντικά. Φρένα δεν υπήρχαν, αφού οι καρούλες θηκάρωναν σε δύο προεξοχές του µηχανισµού που τις ανέβαζε και το νήµα τεντωνόταν επικίνδυνα.

Σε άλλες «υλοποιήσεις» οι καρούλες εφάπτονται στο µηχανισµό, µε ενδιάµεσο ένα κοµµάτι erdalon ή τεφλόν που παίζει το ρόλο του φρένου. Εκτίµηση µας είναι ότι αυτό είναι απαραίτητο, διότι δεν είναι εύκολο να σταµατήσεις ένα µεγάλο τόνο ή ξιφία που έτυχε στα µεσόνερα, ή ακόµη και ένα µεγάλο βλάχο, χωρίς τα σωστά φρένα στο µηχανισµό. Ευτυχώς το νήµα άντεξε και όταν έφτασε η καθετή στα δύο µέτρα κάτω από την επιφάνεια είδαµε ένα µεγάλο θράψαλο να µασουλάει τον πρώτο µπαλά που κρεµόταν στο αγκίστρι µας.

Η απόχη που χρησιµοποιήσαµε αφού σταµατήσαµε το ανέβασµα για να µην βγει στην επιφάνεια και το διώξουµε, το έσπρωξε χωρίς να το βάλει µέσα (ήταν µεγάλο βλέπετε!). Το θράψαλο έφυγε, οι µπαλάδες διασώθηκαν, αλλά και στο επόµενο ανέβασµα καθετής, λίγα µέτρα πριν την επιφάνεια, το ίδιο θράψαλο µούνταρε στα δολώµατα ξανά. Είχε βρει το µεζέ και αποφάσισε να περιµένει, παραµονεύοντας τον επόµενο µπαλά. Ποιος είπε ότι τα θράψαλα δεν είναι έξυπνα όντα;

Τη φορά αυτή, ο φίλος µου ο Ηλίας χρησιµοποίησε το γάντζο, καρφώνοντας το από το κεφάλι, που είναι ανθεκτικό και σκληρό. Αν το κάρφωνε από το σώµα θα είχε σκιστεί και θα το είχαµε χάσει. Όταν ανεβάσαµε στο σκάφος το θράψαλο -που κυριολεκτικά «έφαγε το κεφάλι του»- και το ζυγίσαµε, είδαµε ότι το βάρος του ξεπερνούσε τα επτά κιλά.

Μετά το τελευταίο τρόπαιο και µε τον ήλιο να κινείται προς τη δύση, αποφασίσαµε ότι έπρεπε να πάρουµε το δρόµο για τα 14 µίλια της επιστροφής. Άλλη µια αλιευτική εξόρµηση είχε στεφθεί µε επιτυχία! 

Tags
Καθετή Μπαλάδες Μπαλαδοκαθετή Βαθιά καθετή Αρματωσιά Ψάρεμα από Σκάφος Ψάρεμα από βάρκα μπαλά
Comodo SSL