Το πιο ολοκληρωμένο περιοδικό για το ψάρεμα και το σκάφος!

Σπύρος Χαλάστρας

Οδοιπορικό: Οι τελευταίοι... ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΙ ΠΑΡΑ∆ΕΙΣΟΙ

Οδοιπορικό: Οι τελευταίοι... ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΙ ΠΑΡΑ∆ΕΙΣΟΙ

Οι αποχρώσεις του γαλάζιου είναι πολλές και οι συνδυασµοί µε άλλα χρώµατα που πολύ εύκολα µπορείς να βρεις  στη θαλασσινή Ελλάδα, ακόµη περισσότεροι. Και όταν λέµε γαλάζιο, εννοούµε  φυσικά το απίστευτο χρώµα  των Ελληνικών θαλασσών σε όλα τα µήκη και τα πλάτη  αυτής της χώρας, που µέσα στην υπόλοιπη µιζέρια της έχει την τύχη να διαθέτει –µέχρι πότε άραγε- τις οµορφότερες,  γραφικότερες και κυρίως πιο µοναχικές θαλασσινές γωνιές της Μεσογείου, και όχι µόνο… Από εσένα φίλε αναγνώστη, περιµένουν να τις ανακαλύψεις µε όποιο τρόπο θέλεις.

Για τους λάτρεις αυτού που  λέγεται φουσκωτό σκάφος, κάθε θαλασσινό όνειρο και προορισµός έχει την ιδιότητα να φιλτράρει όλες τις αισθήσεις και να γίνεται η πεµπτουσία των ταξιδιωτικών µας επιθυµιών.

Λένε -και όχι άδικα-, ότι η προετοιµασία κάποιου θαλασσινού προορισµού, το νοερό ξεκίνηµα πίσω από την κονσόλα του µικρού ή µεγάλου φουσκωτού, είναι πιο συναρπαστική από το ίδιο το ταξίδι που θα ακολουθήσει. Έλα όµως που οι στιγµές, οι ανεπανάληπτες καταστάσεις που ζεις όταν αφήνεσαι στην αγκαλιά της γαλάζιας ερωµένης, είναι ακόµα καλύτερες, ανεξάρτητα από το αν είναι όµορφες ή δύσκολες. Σε όλους τους κανόνες υπάρχουν εξαιρέσεις, και ευτυχώς η εξαίρεση αυτή τυχαίνει να περιλαµβάνει τον αγαπηµένο µας χώρο, τη θάλασσα.

Περιπλάνηση

Είναι να µη σου µπει η ιδέα, γιατί τότε αρχίζει να σε συνοδεύει στα όνειρά σου, στον «ξύπνιο» σου, στη δουλειά, παντού. Λες «φέτος θα πάω εκεί, αρκετά χάζεψα και ζήλεψα κάποιες πανέµορφες φωτογραφίες που συνοδεύονταν από ανάλογα «ξεσηκωτικές» λεζάντες». Από εδώ και πέρα αρχίζει µία ευχάριστη περιπλάνηση, ζώντας µε όλες τις αισθήσεις κάποιους µυθικούς και συγχρόνως µαγικούς προορισµούς που –ευτυχώς- µένουν µακριά από τις σελίδες των ιλουστρασιόν σελίδων. Ποιοι είναι αυτοί οι προορισµοί; Ανοίξτε το χάρτη, φωνάζουν από µακριά!

Κάτι λέγαµε όµως για µια ιδέα που µας ήρθε ξαφνικά. Για φέτος η ρότα του φουσκωτού θα έδειχνε νότια, πολύ νότια, στα µικρά νησιά των ∆ωδεκανήσων, γιατί µπορεί η Σύµη, να παραµένει πάντα καταπράσινη και όµορφη, όµως εµάς µας ενδιέφεραν οι µικρές κουκίδες στο γαλάζιο τµήµα του χάρτη. Και λέµε νότια, γιατί ξεκινάµε από πολύ βόρεια, από την ακριτική Αλεξανδρούπολη. Πολλά τα µίλια και αυτή τη φορά, και έτσι είπαµε να µην το επιχειρήσουµε σε µία κίνηση, όπως πριν δύο χρόνια που από το βόρειο άκρο της Ελλάδος βρεθήκαµε κατευθείαν στην Κρήτη. Έτσι «φορτώσαµε» όλα τα µίλια που για φέτος δε µας ενδιέφεραν στο φέρυ  της γραµµής, το οποίο µας έβγαλε στη Σάµο, από όπου και θα ξεκινούσε το ταξίδι µας. Βέβαια βλέποντας τη µπουνάτσα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αντικρίσαµε ναυτικές … «ερινύες» να µας τυρρανούν και να µας γνέφουν κοροϊδευτικά!

∆ίπλα στο Πυθαγόρειο, η νέα ιδιωτική µαρίνα του νησιού δεν είχε ακόµη τελειώσει. Αυτό δεν την εµπόδισε όµως να παίξει το ρόλο της αφετηρίας του ταξιδιού µας και να αποτελέσει το χώρο φύλαξης αυτοκινήτου και τρέιλερ, και σας τη συνιστούµε ανεπιφύλακτα.

Στην άνετη γλίστρα, το καινούργιο ΕΑGLE 6.50 µε την επίσης  καινούργια YAMAHA 200 HΡDI  και τη σηµαία του Οµίλου Φουσκωτών Σκαφών Αλεξανδρούπολης, βρέθηκε στο στοιχείο του. Το πως νοιώθεις όταν ακούς τον ήχο του κινητήρα που σηµαίνει ότι ξεκινά το όνειρο, το ξέρουν πολύ καλά οι «φουσκωτοί».  Συγχρόνως ένα ανυπόµονο χέρι σπρώχνει τη µανέτα µπροστά και τα µίλια αρχίζουν να γράφουν…

Ο καιρός δεν ήταν ο καλύτερος,  αφού ήρθαµε αντιµέτωποι µε ένα γεµάτο 5άρι, ευτυχώς πλάγια, µε αποτέλεσµα να σερφάρουµε ευχάριστα στα µεγάλα αλλά στρωτά κύµατα.

Αγαθονήσι

Η πλώρη µας σηµάδευε νότια µα όχι µακριά, καθώς πρώτος σταθµός µας θα ήταν το Αγαθονήσι. Τα µέρη ήταν µεν άγνωστα στο γράφοντα και στο πλήρωµα Χρήστο ∆ελτσίδη,  όµως τα ναυτικά βοηθήµατα που υπάρχουν σήµερα είναι  αρκετά και οι υποψήφιοι προορισµοί σου δηµιουργούν µια γλυκιά προσµονή και περιέργεια. Το περίγραµµα του νησιού φάνηκε από πολύ µακριά,  οπότε έµενε να  βρούµε και το λιµάνι µε τον οικισµό. Τίποτε πιο εύκολο και ευχάριστο!

Αρχές Αυγούστου, και ήταν φυσικό να βρούµε µε δυσκολία µέρος για να δέσουµε, ακόµη και εδώ. Μετά τις πρώτες διαδικασίες ρουτίνας, καθίσαµε στο φουσκωτό και ρουφήξαµε άπληστα εικόνες, πριν το κλείστρο της φωτογραφικής µηχανής αιχµαλωτίσει για πάντα τα κατάλευκα σπιτάκια, τα δύο-τρία ταβερνάκια και τα κρυστάλλινα νερά του νησιού. ∆ε νοµίζω πως χρειαζόµαστε τίποτε άλλο… Το βράδυ µας βρήκε να απολαµβάνουµε το πολύ καλό κρασί µε τους θαλασσοµεζέδες, καθώς ήταν αρκετά αργά για οτιδήποτε άλλο. Ο ύπνος κάτω από τις τέντες του φουσκωτού ήταν απόλαυση, µε τη ρεστία να µας νανουρίζει!

Ο πρωινός ήλιος µας υπενθύµισε ότι η µέρα δεν ήταν για ύπνο. Παίρνοντας τον ανηφορικό δρόµο, βγήκαµε αµέσως στο κυρίως χωριό του Αγαθονησιού, το οποίο θυµίζει έντονα Κυκλάδες µε τα χρώµατα που κυριαρχούν στον οικισµό. Λίγος κόσµος και πολύ ησυχία.

Σε κάποιο σηµείο είδαµε µια σηµαία της Ευρωπαϊκής ένωσης,  και νοµίζω πως µας φάνηκε εντελώς αταίριαστη εκείνη τη στιγµή, κάτι τελείως ξένο µε την οµορφιά και την αρµονία της φύσης. Νιώσαµε τη θέα από ψηλά προς το µικρό λιµάνι να χαλαρώνει τα πάντα. Αθάνατες µικρές πατρίδες! Όταν είµαστε σε τέτοια σηµεία, δεν ξέρω αν γίνεται επίτηδες ή τυχαία, αλλά πάντα αφήνουµε κάτι και για την επόµενη επίσκεψη, ίσως γιατί δε θέλουµε να ολοκληρωθεί η εικόνα στο καβαλέτο.

Μαράθι

Επόµενος σταθµός το µυθικό Μαράθι, το οποίο µέσα από τις άφθονες φωτογραφίες που είχαµε δει, είχε αποτυπωθεί στο µυαλό µας σαν τόπος που έµοιαζε µε ταξιδιωτικό παράδεισο. Ο καιρός συνέχιζε το χαβά του, µε 4 ως 6 µποφόρ να µας βρίσκουν –ευτυχώς- δευτερόπρυµνα, ενώ προσέχαµε να µην «καρφωθούµε» σε κάποιο προπορευόµενο κύµα, καθώς χαζεύαµε αυτά που η φύση µας πρόσφερε απλόχερα.

Μπροστά µας υπήρχαν µερικά µικρά νησάκια και σύµφωνα µε το χάρτη και την πυξίδα -πρώτα συµβουλευόµαστε αυτά και µετά οτιδήποτε ηλεκτρονικό-, κάποιο από αυτά ήταν το Μαράθι. Ποιο όµως;  Η αναζήτηση έχει και αυτή τη χάρη της, καθώς µετά από έναν κάβο ξεδιπλώνεται αυτή η οµορφιά που αναζητάς, που σου κόβει την ανάσα και εύχεσαι να είχες χίλια µάτια για να την απολαµβάνεις! Μικροσκοπικό, κουκλίστικο, αµµουδιά µε αρµυρίκια για σκιά, δύο ταβερνάκια, λίγα δωµάτια, δέστρες αρόδο για τα ιστιοπλοικά, και δύο ντοκάκια για τα υπόλοιπα σκάφη, φουσκωτά και πλαστικά. Αναρωτιέµαι πως σε ένα τόσο µικρό µέρος ταυτόσηµο µε τα όνειρά µας, ήταν δυνατό να υπάρχουν

ΤΑ ΠΑΝΤΑ; Τα νερά ήταν πραγµατικά απίστευτα και δύσκολο να περιγραφούν µε λέξεις! ∆έσαµε πρόχειρα σε µία δέστρα και βουτήξαµε χωρίς να καθυστερούµε, βγάζοντας γρήγορα το συµπέρασµα ότι είτε είχαµε το κεφάλι µέσα στο νερό, είτε έξω, η ορατότητα ήταν η ίδια. Όταν αρχίσαµε…να βγάζουµε λέπια, θυµηθήκαµε ότι πεινούσαµε. ∆ιαλέξαµε στην τύχη το ένα ντοκάκι και το όνειρο συνεχίστηκε, µε στόχο να ικανοποιήσουµε και τον ουρανίσκο µας µε θαλασσινές γεύσεις. Άφθονη σκιά από περίεργα για εµάς τους βόρειους δέντρα και ακόµη πιο περίεργοι οι τίτλοι στο µενού. Έτσι αφήσαµε τη µετάφραση στη γλώσσα και τον ουρανίσκο µας. «Πάει, εδώ θα καταστραφούµε», σκέφτηκα, «θα γυρίσουµε διπλοί πίσω µε αυτές τις φοβερές γεύσεις».

Αρκιοί

Οι ώρες και οι µέρες στο Μαράθι, ανήκουν χρονικά σε µια άλλη σφαίρα, και στην κυριολεξία έχουν µηδενική σηµασία. Το ίδιο συµβαίνει και στους διπλανούς Αρκιούς, που θα ήταν ο επόµενος σταθµός µας. Το ίδιο σκηνικό σε µία άλλη πράξη του έργου που λέγεται «διακοπές µε φουσκωτό στην Ελλάδα». Γραφικό λιµανάκι, ατµοσφαιρικό ταβερνάκι, δεν ξέρεις που να µείνεις. Προσπαθείς να βρεις τα πλέον κατάλληλα σηµεία για φωτογράφηση, από µικρά λοφάκια µε περίεργες γωνίες για λήψεις, µπας και  σου προσφέρουν κάτι διαφορετικό στην οπτική σου ανάµνηση.

Τα µάτια όµως αποτελούν τον ύψιστο εκτιµητή της φυσικής οµορφιάς, και ακόµα και η πιο επαγγελµατική φωτογραφία µοιάζει ασήµαντη σε σύγκριση µε τη µατιά που αιχµαλωτίζει τα πάντα, καταστάσεις, αισθήσεις, όνειρα, ήχους, φως…

Λειψοί

Φύγαµε για Λειψούς, που είναι σχεδόν δίπλα. Τι σηµασία έχει που είναι µεγάλο νησί, αυτό το ηλιόλουστο πρωινό το ευρύχωρο λιµάνι είχε άφθονες θέσεις για να δέσεις δίπλα σε άλλα φουσκωτά. ∆ίπλα µας ήταν δεµένο ένα πραγµατικά θεόρατο µπλε ιστιοφόρο, από αυτά που πολύ σπάνια βλέπουµε. Αισθανόµαστε σαν τον Γκιούλιβερ στην χώρα των γιγάντων. «Σύνελθε», είπα στον εαυτό µου, «καλό είναι το ιστοπλοϊκό, αλλά ας µην είµαστε αχάριστοι…». Ποιος είπε ότι η απόλαυση ζυγίζεται µε το µέτρο και την πολυτέλεια, οι περισσότεροι  ξεκινήσαµε µε ένα ZODIAC 3.20 και µία 8άρα µηχανή!

Μπροστά στο Μαράθι, οι Λειψοί φαντάζουν Μύκονος! Μέχρι και κατάστηµα για εφηµερίδες υπάρχει, αλλά εµείς πραγµατικά δεν ενδιαφερόµαστε καθόλου να µάθουµε οτιδήποτε για τον υπόλοιπο κόσµο, µας αρκούσε αυτός που βλέπαµε και απολαµβάναµε κάτω από την τέντα του φουσκωτού η οποία σταµατούσε τις αδυσώπητες ακτίνες του ήλιου. Τα στενά φρεσκοβαµµένα δροµάκια µας οδήγησαν περιµετρικά σε όλο τον οικισµό, πριν πάµε για βουτιά σε κάποια κοντινή παραλία.  Και εδώ είπαµε να αφήσουµε κάτι για την επόµενη φορά, σαν τη «µαγιά» που λέγαµε.

Κάλυµνος

Συνεχίσαµε νότια και µπροστά µας φάνηκε καθαρά ο όγκος της Καλύµνου, ένας γυµνός βράχος που βοµβαρδίζεται αλύπητα από τον ήλιο. Στο βορειοδυτικό µέρος της υπάρχει ένα µικρό νησάκι που το χωρίζει από την Κάλυµνο ένα στενό θαλασσινό πέρασµα, και το όνοµα αυτού Τέλενδος, ανεπισήµως αυτό που λέµε «εδώ θα µείνω». Αρµυρίκια, πανέµορφη αµµουδιά, λίγα ταβερνάκια και φοβερή θέα στο απέναντι τουριστικό χωριό της Καλύµνου.

∆ύο πράγµατα θα θυµάµαι σίγουρα εκτός των άλλων στην Τέλενδο, την απαράµιλλη ευγένεια και εξυπηρέτηση των ανθρώπων της ταβέρνας που βρίσκεται µπροστά στο ντοκάκι και το φοβερό κοπάνηµα µέσα στο σκάφος τη νύχτα, εξαιτίας του καιρού που «κατέβαζε φίδια». ∆εν κλείσαµε µάτι όλη τη νύχτα και παρότι δε συνηθίζουµε να πίνουµε καφέ, το πρωί ψάχναµε για κανένα καφενέ µπας και ανοίξει το µάτι µας.

Νίσυρος

Η ρότα επέµενε στις 180 µοίρες, και έτσι συνεχίσαµε να κατηφορίζουµε, αφήνοντας αριστερά µας την ατελείωτη -όπως φαίνεται- Κω, µπαίνοντας και πάλι στο κλίµα του ταξιδιού µας που έδειχνε σαν επόµενο σταθµό τη Νίσυρο. Η Νίσυρος, κατά τη µυθολογία το νησί του γίγαντα Πολυβότη, βρισκόταν µπροστά µας. Αφήσαµε την πρωτεύουσα Μαδράκι και συνεχίσαµε για ένα πανέµορφο µικρό οικισµό, µε ακόµη πιο όµορφο λιµανάκι, τους Πάλους. Το εκτυφλωτικό άσπρο των σπιτιών µε το µπλε των παραθύρων, ήταν η αιτία να τελειώσει σχεδόν όλο το φιλµ. Τα πάντα στα πόδια σου. Τι θέλεις; Ποτό δίπλα στο κύµα, φαγητό, ακόµα και η βενζίνη έρχεται αµέσως µε ένα τηλεφώνηµα.

Η ατραξιόν του νησιού είναι το ηφαίστειο και η επίσκεψη εκεί κρίνεται επιβεβληµένη, αλλά όχι τις πρωινές ώρες αφού ο καύσωνας σε τρελαίνει. Σεληνιακό τοπίο κυριολεκτικά, µε τον κρατήρα να σου προκαλεί µία ένταση, καθώς περνάει από το µυαλό σου η σκέψη µήπως έχει φθάσει η ώρα να ξυπνήσει και πάλι το θηρίο! Η ζέστη ήταν αποπνικτική, οπότε είχε έρθει η ώρα για παραθαλάσσιες απολαύσεις. Ο γύρος του νησιού µέσα στην απόλυτη µπουνάτσα µε µια παγωµένη µπύρα στο χέρι, ήταν ότι καλύτερο. «Μήπως ξεχάσαµε τίποτα;»… «Γράψε το και αυτό στο ηµερολόγιο»…

Χάλκη

Καθώς είχαµε βάλει ρότα για τη Χάλκη µέσα σε µια θάλασσα που θύµιζε λίµνη, κοιτούσαµε αριστερά µας τον ορεινό όγκο της Τήλου, και νοιώσαµε κάποιες ενοχές που λόγω έλλειψης χρόνου δεν τη συµπεριλάβαµε στο πρόγραµµα, παρότι αυτή µας κοιτούσε παραπονεµένα και έψαχνε να βρει τρόπο να µας θυµίσει τα κάλλη της, που πραγµατικά δεν είναι λίγα.

Όµως η Χάλκη ήταν µπροστά µας. Το «νησί της ειρήνης» που ακούγαµε και διαβάζαµε µέχρι τώρα, φάνταζε στην όψη σα συνέχεια της Τήλου. Λίγο πριν µπούµε στο λιµάνι, σταµατήσαµε για κάποιες δροσιστικές στιγµές στη δυτική πλευρά της Τραχειάς. Αν τύχει και βρεθείτε εκεί καµιά φορά, θα µε θυµηθείτε : εξωπραγµατικά νερά σε όλες τις αποχρώσεις του µπλε, του γαλάζιου και του πράσινου, και µια υπέροχη ψιλή άσπρη άµµος.

Φαίνεται πως ο τελευταίος σταθµός του φετινού ταξιδιού µας, θα ήταν «το κερασάκι στην τούρτα». Μπαίνοντας στον όρµο του οικισµού της Χάλκης, το χέρι σου τραβάει τη µανέτα πίσω και σβήνει τη µηχανή, χωρίς να µπορείς να εξηγήσεις το γιατί. Βλέπεις µια εικόνα και λες «εδώ είµαστε», µια πινελιά στο θαλασσινό καµβά µε όλα τα απαραίτητα χρώµατα, που σε αφήνει άφωνο. Μια κουκλίστικη πολιτεία που προκαλούσε τις ευρυγώνιες δυνατότητες των µατιών µας να συµπεριλάβουν ολόκληρη την εικόνα. Την αγαπάς από την πρώτη στιγµή, τα πάντα είναι στη θέση τους. ∆έσαµε σε ένα όµορφο ξύλινο ντόκο και η πρώτη µας κίνηση ήταν να βγάλουµε τη φωτογραφική µας µηχανή και να κοιτάξουµε ανήσυχοι πόσες στάσεις είχε διαθέσιµες ακόµη. Πεντακάθαρη, πλακόστρωτη παραλιακή ζώνη, όµορφα στέκια, µας έκαναν να προσπαθούµε να φανταστούµε πως θα ήταν το βράδυ… Όµως µέχρι το βράδυ είχαµε αρκετό καιρό για χερσαίες βόλτες σε όλο τον οικισµό, το κάστρο και όπου αλλού τράβαγε η όρεξή µας.

Όντως το βράδυ τα φώτα της παραλίας σε κάνουν να νοµίζεις ότι το φουσκωτό «ιωρείται χωρίς να υπάρχει νερό, αφού είναι πεντακάθαρο ακόµα και µέσα στο λιµάνι. Την επόµενη µέρα συνεχίσαµε την περιήγηση στα σπιτάκια του οικισµού, προσπαθώντας να ξοδέψουµε µέχρι και την τελευταία φωτογραφία στο φιλµ µας, αφήνοντας εικόνες αδύνατες να σβήσει ο χρόνος χαραγµένες στη φωτογραφική πλάκα του µυαλού µας.

Εµείς πιστεύω ότι δώσαµε επαρκή ερεθίσµατα, ώστε όποιος θελήσει να επισκεφθεί τη Χάλκη, δεν έχει παρά να πάρει κάποιο σκάφος ή το πλοίο της γραµµής και να έρθει. Στο µυαλό του καθενός  καταγράφονται τα πάντα, και για να χρησιµοποιήσουµε την ηλεκτρονική γλώσσα, σε αυτόν το σκληρό δίσκο δεν υπάρχει τρόπος να χαθούν οι  εικόνες.

Και τώρα πως θα γυρίζαµε πίσω µε τόσες εικόνες; Σίγουρα θα κοιτούσαµε µε θλίψη τη θάλασσα κατά τη διάρκεια της επιστροφής µας, βυθισµένοι στις σκέψεις που θα έκαναν το νερό ένα νοερό προτζέκτορα, προβάλλοντας εκατοντάδες εικόνες στην επιφάνειά του.

Ευτυχώς ο καιρός στο ανέβασµα ήταν πολύ καλός και το νοερό ξεδίπλωµα των εικόνων έγινε απρόσκοπτα. Ο δρόµος ήταν πλέον γνωστός, τα νησιά έµεναν πίσω µας το ένα µετά το άλλο, µέχρι να φτάσουµε στη Σάµο.

Πατώντας το πόδι µας και πάλι στην Αλεξανδρούπολη, δώσαµε µία υπόσχεση : την επόµενη φορά θα αφιερώναµε περισσότερο χρόνο και δε θα αφήναµε κανένα νησί «παραπονεµένο». Άλλωστε το φουσκωτό και η δίψα µας για ταξίδια είναι πάντα δεδοµένα…

Tags
Κάλυμνος Μαράθι Αρκιοί Λειψοί Νίσυρος Χάλκη Αγαθονήσι

Handcrafted By Whitehat

Comodo SSL